Εχει και ο πολιτισμός τα δικά του «λ» που οριοθετούν χώρους και οδηγούν σε κάτι κατώτερο των προσδοκιών. Ποιος δεν θυμάται τον Σωτήρη Κούβελα της Ν.Δ.: «Εγώ δεν είμαι κανένας λαπάς για να μ’ αρέσει η ποίηση…» είχε υποστηρίξει με απίστευτη μαγκιά και τσαμπουκαλίδικη αρρενωπότητα.
Στη συνέχεια ο Κούβελας υποστήριξε ότι επρόκειτο για «τυπογραφική αβλεψία» και για «εμπάθεια αυτής της ιστορίας». Αλλά στο κάτω κάτω δεν είναι και λίγο να σε θυμούνται μόνο και μόνο για την περιβόητη ρήση που οριοθέτησε τον πολιτικό σου κατήφορο. Αλλά και ποιος δεν άκουσε στις μέρες μας τον δήμαρχο του Βόλου, Αχ. Μπέο, να μιλάει για «λουλούδες» και να διδάσκει στα τηλεοπτικά παράθυρα πώς λύνουν οι άντρες τις διαφορές τους: «Οι διαφορές λύνονται με το ξύλο, πώς λύνονται με καλτσόν; […] Τι να κάνουμε τώρα να γίνουμε λουλούδες;»
Αλλά εάν θέλετε ας δούμε το «Ματαρόα» ως συμβολοποιημένη στάση της χώρας απέναντι σε τότε νέους τής «λάθος πλευράς». Περίπου 200 Ελληνες που λάμπρυναν τέχνες και γράμματα σώθηκαν από το κυνηγητό της «σωστής πλευράς»· φυγαδεύτηκαν από την Ελλάδα το 1945 και πήγαν στη Γαλλία με πρωτοβουλία του διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου, Οκτάβιου Μερλιέ, και του Ροζέ Μιλλιέξ: ανάμεσά τους ήταν οι Κ. Καστοριάδης, Κ. Αξελός, Μιμίκα Κρανάκη, Ν. Σβoρώνος, Μέμος Μακρής, Μάνος Ζαχαρίας, Ελλη Αλεξίου, Μάτση Χατζηλαζάρου, Εμμανουήλ Κριαράς, Ντίκος Βυζάντιος κ.ά.
Λαπάδες, λουλούδες κ.ά. είναι ορισμένα από τα «λ» του «πολιτισμού» που εγείρουν ωστόσο ένα θέμα: κυριαρχούν μόνο αυτά και πέραν τούτων ουδέν. Ολα τα άλλα είναι στη «λάθος πλευρά». Δεν μιλάμε για το χάος των κοινωνικών δικτύων, αλλά για trash culture -για την κυριαρχία της «σκουπιδοκουλτούρας»- που ρίζωσε και εξαπλώθηκε στη Δύση. Στην Ελλάδα, διόλου τυχαία, αναπτύχθηκε από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 μαζί με την ιδιωτική τηλεόραση η οποία -σε κάθε περίπτωση- θα πρέπει να κάνει ταμείο: να βγάλει την «είδηση», να φροντίσει να βγει ελεγχόμενη η είδηση και η εικόνα και κυρίως να πουληθεί με όποιο περιτύλιγμα –αρκεί να έχει λαμέ, δάκρυ, αίμα, σπέρμα, ματσίλα και κακιά ώρα. Αυτοί οι στοιχειώδεις κανόνες αξιώνουν κάτι συγκεκριμένο για τον χώρο που ορίζουν ως «πολιτισμό»: να μην υπάρχει· καμία αμφισβήτηση του δρόμου. Αμάσητη ενσωμάτωση ενός πράγματος που βρίσκεται μόνο στο φαντασιακό εκείνων που νομίζουν πως το κομίζουν.
Και ξανά μανά σε ένα επίκαιρο επιμέρους ερώτημα: υπάρχει στην Ελλάδα πολιτική για το βιβλίο; Η εξαφάνιση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (του ΕΚΕΒΙ) το 2014 και η ενσωμάτωσή του στο Ελληνικό Ιδρυμα Πολιτισμού δεν διευκόλυνε και πολύ τις εξελίξεις μιας στέρεης πολιτικής. Κυρίως εξαιτίας των πολλαπλών σκοπών που είχαν οι δύο ξεχωριστοί οργανισμοί και της υποστελέχωσης και υποχρηματοδότησης του υποδοχέα Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού.
Και δημιουργούνται αρκετές πρόσθετες απορίες. Από τη μια το υπουργείο Πολιτισμού μιλάει για «την εξάπλωση της βιβλιοφιλίας, την ενδυνάμωση της φιλαναγνωσίας, τη στήριξη της εκδοτικής παραγωγής και τη διεθνή προώθησή της…» σύμφωνα με τις προγραμματικές δεσμεύσεις της κυβέρνησης. Το υπουργείο σωστά επαίρεται για τη συμμετοχή της Ελλάδας σε 4 κορυφαίες διεθνείς εκθέσεις βιβλίου, από τη Μαδρίτη στη Φρανκφούρτη και από τη Σάρζα στη Γουαδαλαχάρα. Από την άλλη, όμως, στην πράξη έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα παραπάνω και επιδίδεται στο «κυνηγητό» μάγων και μαγισσών του βιβλίου.
Ακριβώς όπως η κυβέρνηση και ο Δήμος Αθηναίων -διόλου τυχαία- κυνηγά την περιοχή των Εξαρχείων. Το υπουργείο Πολιτισμού παραδίδει με όρους προϋποθέσεων και οικονομικών κριτηρίων περί τα 60 αναψυκτήρια σε μια αλυσίδα fast food παραβιάζοντας κάθε νόημα ελεύθερου ανταγωνισμού και υγιούς αγοράς. Και ειδικά στην Αθήνα τελειώνει με ξαφνικό θάνατο δύο «κήπους» που είχαν εν τω μεταξύ μετατραπεί σε χώρους βιβλιοπαρουσιάσεων: το Νομισματικό Μουσείο και το Αρχαιολογικό Μουσείο. Ειδικά στην περίπτωση του καφέ «Κήπος του Μουσείου», με τον Βασίλη Χατζηιακώβου, χάθηκε ένας χώρος πολιτισμού γύρω από το βιβλίο (μια θλιβερή επανάληψη του Polis Art Cafe στο αίθριο του Αρσάκειου, πάλι με τον Χατζηιακώβου).
Το ΥΠΠΟ εδώ τα χάνει με το βιβλίο. Αφήνει στην άκρη δρόμους που θα όφειλε να υπηρετεί καλύτερα. Ο μεγάλος Αμερικανός ποιητής Ρόμπερτ Φροστ είχε γράψει ένα ποίημα πάνω σε αυτά με τίτλο «The Road Not Taken» (Ο δρόμος που δεν ακολουθήθηκε). Ο ταξιδιώτης του Φροστ φτάνει σε ένα σταυροδρόμι και βρίσκεται αντιμέτωπος με μια αδήριτη επιλογή: ποιον από τους δύο δρόμους να ακολουθήσει; Και ακολούθησε «τον δρόμο που τον ταξίδεψε λιγότερο», καταλήγοντας να παραδέχεται ότι «αυτό έκανε όλη τη διαφορά». Βεβαίως εδώ το ΥΠΠΟ διαλέγει τον δρόμο τού fast food και του τουριστικού προϊόντος.
