Ο ρόλος των θεσμών είναι θεμελιώδης για τη λειτουργία της δημοκρατίας, την εγγύηση των δικαιωμάτων των πολιτών, την κοινωνική συνοχή, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία. Η θωράκισή τους είναι σημαντική για την ενδυνάμωση της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και πολιτικού συστήματος, η οποία στην εποχή μας δοκιμάζεται. Είναι, επομένως, ευθύνη όλων των πολιτικών δυνάμεων του δημοκρατικού τόξου να αποκαταστήσουν αυτή τη σχέση.
Το ερώτημα, όμως, είναι εάν όλες αυτές οι πολιτικές δυνάμεις έχουν την ίδια αντίληψη για τους θεσμούς. Οταν πάμε να απαντήσουμε αυτό το ερώτημα, τότε αμέσως αναδεικνύονται οι ισχυρές και ιστορικές διαφορές ανάμεσα στη συντηρητική και την προοδευτική παράταξη. Το ΠΑΣΟΚ είχε πάντοτε την αντίληψη ότι οι θεσμοί πρέπει να συμβάλλουν στον εκδημοκρατισμό και τον εκσυγχρονισμό και να προστατεύουν τα δικαιώματα των πολιτών, ακόμα και απέναντι στην εξουσία ή σε μια συγκυριακή πλειοψηφία. Σε αυτή τη λογική κινήθηκαν όλες οι μεταρρυθμίσεις που δρομολογήθηκαν, πάντα σε ένα πλαίσιο που συνάδει με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και τις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες.
Κινούμενη σε αντίθετη κατεύθυνση η Νέα Δημοκρατία, αντιτάχθηκε σθεναρά σε πολλές θεσμικές μεταρρυθμίσεις και επιχειρούσε πάντοτε να αποδυναμώσει τους θεσμούς. Και το έκανε επειδή ακριβώς θεωρούσε ότι οι θεσμοί λειτουργούσαν ως εμπόδια που δεν της επέτρεπαν να εξυπηρετεί με άνεση τις στενά κομματικές επιδιώξεις της. Αυτή η αντίληψη εξηγεί και τη σημερινή στάση της κυβέρνησης απέναντι στους θεσμούς γενικότερα, αλλά και στις Ανεξάρτητες Αρχές ειδικότερα.
Θεωρεί την ύπαρξη και τη λειτουργία τους, αν όχι επικίνδυνη, σίγουρα εμπόδιο για την ίδια, όταν οι Αρχές φτάνουν να ελέγχουν περιστατικά που την αγγίζουν, όπως έπραξε η ΑΔΑΕ στην περίπτωση του σκανδάλου των υποκλοπών. Θεωρεί, επίσης, ότι η κοινοβουλευτική της πλειοψηφία της δίνει το δικαίωμα να συμπεριφέρεται ως ιδιοκτήτης των θεσμών, να τους χειραγωγεί, να παραβιάζει συνταγματικές επιταγές, να προβαίνει σε πράξεις κατάχρησης εξουσίας.
Κι όταν δεν μπορεί να το κάνει μόνη της, συνάπτει συμμαχίες πολιτικής συναλλαγής με πρόθυμες δυνάμεις της Ακροδεξιάς, όπως είδαμε να συμβαίνει με το κόμμα του κ. Βελοπούλου, στην περίπτωση της αιφνιδιαστικής αλλαγής των μελών της ΑΔΑΕ, η οποία ολοκληρώθηκε εν μια νυκτί.
Τι ακριβώς μήνυμα στέλνει στους πολίτες ένα περιστατικό όπως αυτό: η κυβέρνηση εμφανίζεται να προχωρά με απίστευτη ταχύτητα σε αλλαγή των μελών μιας Ανεξάρτητης Αρχής, ώστε να μην προλάβει να συνεδριάσει και ενδεχομένως να πάρει μια απόφαση που θα αποκάλυπτε ευθύνες που η ίδια επιμελώς πάσχισε να συγκαλύψει. Το ερώτημα είναι ρητορικό, το μήνυμα είναι σαφές και το πλήγμα στους θεσμούς καίριο.
Και εδώ παρουσιάζεται μια αντίφαση. Το επιτελικό κράτος δεν επισπεύδει τη λειτουργία του όταν χρειάζεται να προλάβει ή να παρέμβει για να λύσει προβλήματα των πολιτών, αλλά παρεμβαίνει σε χρόνο-ρεκόρ για να λύσει τα προβλήματα της ίδιας της Νέας Δημοκρατίας. Ενα επιτελικό κράτος που κάηκε στις φωτιές, βούλιαξε στις πλημμύρες, αφήνει ασύδοτη την αισχροκέρδεια και την ακρίβεια στην αγορά, ένα κράτος που αδιαφορεί για τα προβλήματα επιβίωσης και την ποιότητα ζωής των πολιτών.
Ενα επιτελικό κράτος που ισοδυναμεί με την υπερσυγκέντρωση της εξουσίας σε ένα πανίσχυρο, κλειστό και απολύτως ελεγχόμενο κέντρο. Ενα κέντρο το οποίο θέλει να ελέγχει, χωρίς ποτέ να ελέγχεται. Ενα επιτελικό κράτος που επιδιώκει να ποδηγετεί τα πάντα, από τους θεσμούς μέχρι την οικονομία.
Ευτυχώς, αυτή η κατάσταση δεν γίνεται μοιρολατρικά αποδεκτή. Και αυτό γιατί οι Ελληνες αξιώνουν ένα κράτος αποτελεσματικό, ένα κράτος ευθύνης και δικαίου, δίπλα στον πολίτη, στο οποίο θα λειτουργούν οι θεσμοί. Η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών απαιτεί μια αξιόπιστη, σύγχρονη και δημοκρατική εναλλακτική κυβερνητική πρόταση, μια πρόταση που θα εκφράζει την προοδευτική αντίληψη για την αυτονομία των θεσμών και τον ρόλο της πολιτικής.
*Κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγή, βουλευτής Ηλείας
