«Κανείς δεν μένει χωρίς πατρίδα, όσο υπάρχει η Θεσσαλονίκη» έγραψε επτά αιώνες πριν ο Νικόλαος Χούμνος, μιλώντας για μία πόλη που στο μεγάλο διάβα της ιστορίας δημιουργούσε πάντοτε χώρο «για έναν άνθρωπο ακόμα», για τη συνύπαρξη ανθρώπων και τόπων, για τη δημιουργική δράση. Εκείνη η πόλη δύσκολα ανιχνεύεται πια, ολετήρες της ιστορίας κάτω από κοινωνικές πολιτικές και οικονομικές αιτίες μα και προφάσεις, ιδίως μετεμφυλιακά, δημιούργησαν μια φοβική πόλη παραδομένη στο φολκλόρ και στην αντίδραση. Κι όμως, ο υπόκωφος χτύπος της καραδοκεί σταθερά κάτω από το πλακόστρωτο, όπως φαίνεται από πρωτοπορίες σε τόσους τομείς που δήθεν ξεπηδούν –σταθερά όμως– «από το πουθενά», για να ξαναφέρει «τα καραβάνια της Ανατολής και τα πουλιά της Δύσης», και όσα κυοφορούσαν, σε ένα από τα σημεία όπου συναντήθηκαν.
Η προσδοκία αυτή μπορεί να καταγράφεται ποιητικά ως ανάχωμα στη βαρβαρότητα των καιρών, αλλά βρίσκει ταυτόχρονα ως ανάχωμα μπροστά της την πιο αποκαρδιωτική, την πιο πεζή, εδώ και χρόνια, πραγματικότητα. Μια πόλη παραδομένη σε μια κάκιστη διοίκηση που ως συνήθως απαντά στις ελλείψεις και στις παθογένειες δημιουργώντας ένα δίκτυο χειραγωγημένων ευγνωμονούντων από χάρες προσωπικές, με το αζημίωτο, μια πόλη που αγνόησε τις δυνατότητες και την ομορφιά, πιο βρόμικη από ποτέ πίσω από τη βιτρίνα, με φριχτές, πια, συγκοινωνίες, με το λιγότερο πράσινο στην Ευρώπη και τον πιο μολυσμένο αέρα, σύμφωνα με τα στοιχεία διεθνών οργανισμών μα και την έρευνα του Guardian.
Στις συνθήκες αυτές η αυτοδιοικητική παράταξη που στηρίζω εδώ και 30 χρόνια με γνώμονα (όχι μόνο μια κοινωνία συμπερίληψης όλων των ανθρώπων και πλασμάτων, αλλά) το όλο και πιο επείγον διακύβευμα της κλιματικής κρίσης, κρίση που δεν είναι «αυτόματη» και «μεταφυσική» (και άρα, ενώ πρέπει να την παίρνουμε υπόψη μας όταν κρίνουμε εύκολα, δεν μπορεί την ίδια στιγμή να χρησιμοποιείται ως μόνιμη δικαιολογία για την έλλειψη έργων, την ανάγκη των οποίων ίσα ίσα αναδεικνύει), αλλά απότοκο ενός συστήματος, που –με τη βοήθειά μας– προτεραιοποιεί τα κέρδη τρώγοντας τον πλανήτη, αποφάσισε να συμμαχήσει με την αυτοδιοικητική πρόταση του Σπ. Πέγκα «Θεσσαλονίκη για Ολους».
Επιτυχημένος αντιδήμαρχος Τουρισμού επί Μπουτάρη, αναγνώρισε πως μια μη πράσινη πόλη δεν μπορεί να είναι ούτε ελκυστική ούτε ουσιαστικά βιώσιμη, κοινωνικά, πολιτιστικά και οικονομικά, μεσο- και μακροπρόθεσμα. Κι εμείς αναγνωρίσαμε πως, ιδίως μετά τον νόμο Βορίδη, είχαμε την ευθύνη να μη λείψει μια σταθερή, και δοκιμασμένη σε αγώνες, ήττες και νίκες 40 χρόνων για το κοινό καλό, οικολογική φωνή και πράξη από τη διοίκηση ενός ιδιαιτέρως ταλαιπωρημένου δήμου.
Και παρόλο που και άλλες αυτοδιοικητικές κινήσεις και πρόσωπα, κυρίως εξ αριστερών, έχουν τον σεβασμό μου, μας καλώ σε συστράτευση, γιατί η δυνατότητα ο δήμος να αλλάξει χέρια και πολιτική βρίσκεται εδώ. Στην προσπάθεια και στη δημιουργία μιας «Θεσσαλονίκης για Ολες και Ολους».
*Υποψήφια δημοτική σύμβουλος
