Εδώ και τρεις μήνες μετά τη διενέργεια των κοινοβουλευτικών εκλογών, την πολιτική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. και την παραίτηση του προέδρου του, Αλέξη Τσίπρα, όσα διαδραματίζονται στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν αφορούν μόνον το ίδιο το κόμμα, αλλά συνδέονται εγγενώς και κατά άμεσο τρόπο με τη δυνατότητα να επιβιώσει η πολιτική ως μέθοδος επίλυσης των κοινωνικών προβλημάτων στην ελληνική κοινωνία. Οσα συμβαίνουν στον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. εν όψει του δεύτερου γύρου της εκλογής του νέου προέδρου του αφορούν την πολιτική υπόσταση της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας. Οσο και να ακούγεται παράδοξο, η εκλογική διαδικασία που έχει δρομολογηθεί αγγίζει τον πυρήνα της πολιτικής στη χώρα μας. Σημασία δεν έχει τόσο η διενέργεια μιας άψογης δημοκρατικής νομιμοποιητικής διαδικασίας, όσο το τελικό αποτέλεσμα να είναι τέτοιο που θα επιβεβαιώσει την Αριστερά ως κοινωνική δύναμη που διαθέτει ανεξάντλητα και ανεξαργύρωτα αποθέματα πολιτικής. Επί πλέον μέσω της εκλογικής διαδικασίας, η οποία έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά δημοψηφίσματος (;) καλείται το εκλεκτορικό σώμα να υπερασπισθεί την πολιτική και να μην υπογράψει το τέλος της πολιτικής.
Οπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα και εν όψει του δεύτερου γύρου για την ανάδειξη του νέου προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. όλα όσα με διακηρυκτικό ύφος ανέφερα, για τους φόβους που εκφράζονται για το τέλος της πολιτικής και για τους κινδύνους να μεταμορφωθεί το κόμμα σε «μετα-Αριστερά» (!) δεν είναι αποκυήματα ενός νοσηρού νου. Είναι πιθανότητες που μπορούν να συμβούν αλλά μπορούν και να αναχαιτισθούν! Δεν πρόκειται για έωλους φόβους ούτε για ανύπαρκτους κινδύνους.
Μπροστά σ’ αυτή τη νέα πολιτική πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί και για τον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. και για την ελληνική κοινωνία ως πολιτική οντότητα, θα ήθελα τώρα να αναφερθώ κάπως εκτενέστερα στο ζήτημα του μετασχηματισμού του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. και να εξετάσουμε ποιος είναι ο χαρακτήρας του. Και ο εσωκομματικός διάλογος, αλλά και οι συζητήσεις στη δημόσια σφαίρα περιστρέφονται γύρω από δύο ζητήματα: το ένα είναι η σύνθεση του εκλεκτορικού σώματος και το άλλο είναι η ιδεολογικο-πολιτική ιδιορρυθμία να προηγείται η ανάδειξη του αρχηγού και να ακολουθεί η εκπόνηση και ψήφιση του πολιτικού προγράμματος. Η διαχείριση και των δύο ζητημάτων γίνεται σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του καταστατικού του κόμματος. Η μετα-κριτική όμως αυτών των ρυθμίσεων υποστηρίζει ότι στην πανευρωπαϊκή δυτική πολιτική παράδοση δεν συναντάει κανείς τέτοιου τύπου καταστατικές ρυθμίσεις για πολιτικά κόμματα. Και επιπλέον θέλω να τονίσω ότι το «άνοιγμα» ενός κόμματος προς την κοινωνία δεν συνδέεται με την πρακτική των αλεξιπτωτιστών και των ουρανοκατέβατων! Γιατί εάν κάτι τέτοιο συμβαίνει με την σύνθεση του εκλεκτορικού σώματος, το ίδιο μπορεί να συμβεί (όπως και συνέβη) και με τις υποψηφιότητες για τη θέση του προέδρου.
Με άλλα λόγια, υποστηρίζω ότι ο μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. εγκλωβίστηκε με ευθύνη των κομματικών οργάνων του σε μια τυπική εκλογική διαδικασία, η οποία κατ’ όνομα μόνον συνιστά «άνοιγμα προς την κοινωνία» ή εντάσσεται στην πολιτική λογική της διεύρυνσης. Συμβαίνει όμως και κάτι χειρότερο: εάν το ιδεολογικο-πολιτικό πρόγραμμα του νέου ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. είναι δημιούργημα του τελικού εκλογικού αποτελέσματος του δεύτερου γύρου, τότε, χωρίς αμφιβολία, ανοίγει ο δρόμος προς αυτό που ονομάζω «μετα-Αριστερά». «Κατασκευάζεται» ένα πολιτικό κόμμα όπως είναι ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. στα μέτρα της «μετα-πολιτικής συνθήκης». Σ’ αυτή την περίπτωση ο ιδεολογικο-πολιτικός μετασχηματισμός του αποδεικνύεται φενάκη. Και η διεύρυνσή του «άπιαστο όνειρο»!
Σε μια προηγούμενη παρέμβασή μου (φιλοξενήθηκε στις στήλες της «Εφ.Συν.») υποστήριξα ότι ο μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. μπορεί να επιτευχθεί μόνο εάν και εφ’ όσον εγκαταλείψει το «υποκειμενο-κεντρικό» μοντέλο πολιτικού κόμματος και ασπασθεί τον «επικοινωνιακο-κεντρικό» τύπο «κατασκευής» ενός κόμματος. Κατά το χρονικό διάστημα της εκλογικής διαδικασίας, το «επικοινωνιακο-κεντρικό» μοντέλο μετονομάσθηκε με πρωτοβουλία του υποψηφίου Στέφανου Κασσελάκη σε μοντέλο αντικατάστασης της πολιτικής από επικοινωνιακές μεθόδους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο υποψήφιος όχι μόνον δεν κατανόησε τι σημαίνει να καταστεί στους χαλεπούς καιρούς και πάλι η πολιτική πρωταγωνίστρια στην ανθρώπινη κοινωνία, αλλά προχώρησε με αποφασιστικά βήματα και υιοθέτησε μηχανισμούς απαξίωσης και της πολιτικής και της Αριστεράς.
Θέλω να διευκρινίσω για τελευταία φορά: όταν μιλάω για τον επικοινωνιακο-κεντρικό ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. δεν αναφέρομαι στις επικοινωνιακές μεθόδους που χρησιμοποιεί ο Κασσελάκης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αναφέρομαι και εννοώ ότι κατά τη φάση του μετασχηματισμού του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. ως νέου κόμματος της Αριστεράς εκείνο που μετράει είναι η αντιστοίχιση του ιδεολογικο-πολιτικού προγράμματος της Αριστεράς με τα αιτήματα, τις ανάγκες και τις αξιώσεις της κοινωνίας, του κοινωνικού βιόκοσμου. Με τις ανάγκες του σύγχρονου κοινωνικού κόσμου. Το κόμμα-υποκείμενο είναι ιστορικό παρελθόν. Στο κόμμα-κοινωνική οντότητα και επικοινωνιακή δυναμική ανήκει το μέλλον. Και ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. ανήκει, ακόμη και υπ’ αυτές τις αντίξοες συνθήκες της «πολιτικής υπνοβασίας» σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, στις δυναμικές κοινωνικές δυνάμεις που μπορούν να αναδημιουργήσουν τον τόπο μας. Το κλειδί το έχει ο νέος πρόεδρός του, ο οποίος δεν θα περιφρονεί ούτε την πολιτική ούτε την Αριστερά και ιδιαίτερα την πλούσια δημιουργική ιστορική παράδοση της ελληνικής Αριστεράς. Και εννοείται πως το νέο ιδεολογικο-πολιτικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. θα κάνει τις ριζικές τομές που χρειάζεται η κοινωνία μας, ο τόπος μας, για να μην είμαστε ουραγοί στο διεθνές πολιτικό σκηνικό.
* Kαθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
