Ενα από τα πολλαπλά συμπτώματα της συνεχούς κρίσης που κατατρέχει τον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. μετά την ήττα του 2019 και που δυστυχώς εμφανίζεται όλο και πιο έντονα τα τελευταία τέσσερα χρόνια είναι αυτό της υιοθέτησης του εγχειρήματος της «αριστείας». Υιοθετώντας το, η ηγεσία του κόμματος επιχείρησε και επιχειρεί να αντιπαραθέσει στην ψευδή «δεξιά αριστεία» την αυθεντία της «αριστερής αριστείας». Εξ ου και η ίδρυση πολλαπλών θινκ τανκ, «επιτροπών σοφών» και άλλων εξωκομματικών συμβουλευτικών οργάνων (ιδιαίτερα δε επικοινωνιολόγων).
Οι εν λόγω «δεξαμενές σκέψης» απαρτίζονται από επιστήμονες όλων των γνωστικών πεδίων με σημαίνοντες τίτλους. Ορισμένοι από αυτούς τέθηκαν με ευδιάκριτο τρόπο στα ψηφοδέλτια Επικρατείας. Με πρωτοβουλία του τότε ακόμα προέδρου Αλ. Τσίπρα, προστέθηκε στα εν λόγω ψηφοδέλτια και ο εκ της αλλοδαπής Στέφανος Κασσελάκης, νυν πέμπτος υποψήφιος στην προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. Δεν θα ασχοληθώ εδώ ούτε με τις επιστημονικές δεξιότητες που αποδίδει στον εαυτό του, ούτε και με την υποψηφιότητά του – έχουν ήδη ειπωθεί και γραφτεί πολλά επ’ αυτού. Προς αποφυγή κάθε παρερμηνείας οφείλω να τονίσω ότι οι παρατηρήσεις που ακολουθούν δεν θέτουν κατά κανέναν τρόπο υπό αμφισβήτηση την εγκυρότητα των επιστημονικών γνώσεων και δεξιοτήτων όλων εκείνων που με ανιδιοτέλεια και αυταπάρνηση στελέχωσαν τα θινκ τανκ της ηγεσίας του κόμματος.
Οι παρατηρήσεις μου στοχεύουν αυτό καθεαυτό το εγχείρημα της υποτιθέμενης αντιπαράθεσης μιας εκ δεξιών και μιας εξ αριστερών «αριστείας». Κατά την επικρατούσα αστική αντίληψη της γνώσης, η επικρότηση/αναγνώριση της «αριστείας» (excellence) τεκμηριώνεται με την επίδειξη πτυχίων, διπλωμάτων, τίτλων και των συνακόλουθων επιστημονικών curriculum vitae. Δεν θα παραθέσω εδώ οξυδερκείς μελέτες που έχουν αποδομήσει εν καιρώ τόσο την έννοια της «αριστείας» όσο και αυτήν της «αξιοκρατίας» και άλλων λεκτικών σχημάτων του είδους.
Αλλά το γεγονός ότι ένα κόμμα της «ριζοσπαστικής Αριστεράς» (τουλάχιστον κατ’ όνομα) υιοθέτησε και υιοθετεί αυτήν την επικρότηση συνιστά κατά τη γνώμη μου ένα θλιβερό πολιτικό ελιτίστικο ολίσθημα – ελπίζω όχι ανεπανόρθωτο. Κατά έναν διάχυτο τρόπο, η νίκη κατά της Ν.Δ. εκποιείται ipso facto πολιτικά ως νίκη της τεχνογνωσίας και των τεχνοκρατικών δεξιοτήτων της «προς όφελος των πολλών» έναντι της τεχνογνωσίας και των τεχνοκρατικών δεξιοτήτων προς όφελος των λίγων.
Ο διαχωρισμός Δεξιάς-Αριστεράς ως πολιτική τομή αντικαθίσταται από έναν επίπλαστο γνωστικό διαχωρισμό, σε μια επίπλαστη τομή στα γνωστικά πεδία. Με άλλα λόγια, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. πίστεψε και πιστεύει ότι θα μπορούσε να ανακτήσει την απολεσθείσα πολιτική αξιοπιστία της, αντιπαραθέτοντας στο επιτελικό κράτος της Ν.Δ. σημαίνοντα και ηχηρά επιστημονικά βιογραφικά τόσο κομματικών όσο και εξωκομματικών παραγόντων.
Οι δύο συντριπτικές εκλογικές ήττες του περασμένου Μάη και Ιούνη αποδεικνύουν ότι το εγχείρημα αυτό ως στρατηγικό εγχείρημα πολιτικής νίκης δεν απέδωσε, ούτε καν συνέβαλε στην αναχαίτιση της κατάρρευσης. Βέβαια θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι η ανιδιοτελής στράτευση επιστημόνων στο πλευρό του κόμματος ευθύνεται για τη συντριπτική του ήττα – αν και πιστεύω ότι, τετελεσμένου του γεγονότος, οφείλουμε να αναστοχαστούμε τις πάντα προβληματικές, αινιγματικές και συχνά ριψοκίνδυνες σχέσεις επιστήμης και πολιτικής.
Το ουσιαστικό πρόβλημα έγκειται εδώ στην ωμή υποκατάσταση του κόμματος ως συλλογικού οργάνου παραγωγής πολιτικής σκέψης και γνώσεων από μια σειρά εξωκομματικών «δεξαμενών» επιφορτισμένων όχι να οπλίσουν το κόμμα και τα μέλη του με τις θεωρητικές και επιστημονικές τους γνώσεις (για την ενδυνάμωση της συλλογικής τους ευφυΐας), αλλά του καθήκοντος να προσφέρουν την εμπειρογνωμοσύνη τους στην ηγεσία η οποία είχε και έχει την ευθύνη για τη χάραξη της πολιτικής και των πολιτικών στόχων που πρεσβεύει.
Διαχωρισμός λοιπόν μεταξύ επιστήμης ως «μέσου» και της πολιτικής ως (απώτερου) «σκοπού». Σημειωτέον δε ότι εδώ, όπως και παντού, οι εμπειρογνώμονες επικαλούνται ακριβώς αυτόν τον διαχωρισμό: κληθήκαμε για τις γνωστικές μας δεξιότητες και όχι για να χαράξουμε πολιτική. Απάντηση στο διηνεκές…
Ωστόσο δεν περιμέναμε την υγειονομική κρίση, την κλιματική κρίση, τις τεχνολογικές επαναστάσεις, την τεχνητή νοημοσύνη, με τις συνακόλουθες κοινωνικές, πολιτικές, ακόμα και ανθρωπολογικές αναδιαμορφώσεις που επιφέρουν, για να ανακαλύψουμε ξαφνικά τον δομικό και καθοριστικό ρόλο της επιστήμης (ως παραγωγική δύναμη) στη διαμόρφωση του ιστορικού γίγνεσθαι σε όλα τα επίπεδα – στις μέρες μας προτιμάμε πιο εξευγενισμένες εκφράσεις: «γενική διάνοια», «γνωστικό κεφαλαίο», «διάχυτες γνωσιακές ικανότητες» και άλλα λεκτικά ευρήματα του είδους. Ο
λα αυτά τα γνωρίζουμε από τη μακρόχρονη Ιστορία. Εξυπακούεται βέβαια ότι οφείλουμε να τα επικαιροποιήσουμε απέναντι στις νέες προκλήσεις και βάσει των νέων συνταρακτικών δεδομένων, αλλά άλλο επικαιροποίηση και άλλο αντιπαράθεση αριστερών και δεξιών «γνωστικών καλλιστείων».
Κάτω από το πρίσμα αυτό, βασιζόμενη στην τεχνογνωσία των συμβούλων της και στη δημόσια αίγλη τους, η ηγεσία αγνόησε ακόμα και την ύπαρξη του κόμματος και στη συνέχεια, όπως ήταν επόμενο, η κοινωνία απογοητεύτηκε και με τη σειρά της γύρισε την πλάτη σ’ αυτό το υπό κατάρρευση κόμμα.
*Καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας, Βρυξέλλες
