Η καταστροφή την οποία αντιμετωπίσαμε οι κάτοικοι ολόκληρης της Θεσσαλίας ήταν τεράστια. Δυστυχώς, για ακόμα μία φορά, την περάσαμε μόνοι μας. Ο κρατικός μηχανισμός σφύριζε αδιάφορα. Αδιάφορα για τη θωράκιση των πιο ευάλωτων περιοχών, αδιάφορα για τα αναγκαία μέτρα πρόληψης σε υποδομές, προσωπικό και σχεδιασμό, αδιάφορα για τις επισημάνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον αυξημένο κίνδυνο στις πληγείσες περιοχές.
Το ενδιαφέρον του κρατικού μηχανισμού επικεντρώνεται στην επικοινωνία. Ενδεικτικό είναι ότι ο επί 13 έτη περιφερειάρχης Θεσσαλίας, κ. Αγοραστός, προϋπολόγιζε στο πρόσφατο ΕΣΠΑ 3 εκατομμύρια ευρώ για προβολή και διαφήμιση και μόλις 9 για αντιπλημμυρικά έργα σε ολόκληρη την Περιφέρεια, δηλαδή για τη Μαγνησία περίπου 500.000€ το έτος. Λογικό να νοιάζεται πρωτίστως για τη ματαίωση των αυτοδιοικητικών εκλογών.
Οι ευθύνες θα συζητηθούν και θα αποδοθούν σε όλα τα επίπεδα. Υπάρχουν όμως και αθέατες πτυχές, στις οποίες θα ήθελα να εστιάσω με αφετηρία μία προσωπική ιστορία. Ο φίλος και συνεργάτης Δημήτρης μένει στην περιοχή των «Ασπρων Πεταλούδων» Βόλου, με τη γυναίκα του και τις δύο μικρές κόρες τους.
Νωρίτερα φέτος το καλοκαίρι, κατά τη διάρκεια των καταστροφικών πυρκαγιών στη Μαγνησία, τα κορίτσια βίωσαν τον απόλυτο τρόμο. Μία εστία εκδηλώθηκε κοντά στο σπίτι, ενώ τα βουνά ήταν τυλιγμένα στις φλόγες και ο καπνός είχε πνίξει την ατμόσφαιρα. Εντρομος ο Δημήτρης έφυγε από τη δουλειά του για να σώσει τα παιδιά από τυχόν κίνδυνο. Το μέτωπο περιορίστηκε, τα παιδιά όμως έκτοτε αναστατώνονται όποτε βλέπουν ή ακούν για φωτιά.
Δύο μήνες μετά, τα παιδιά αυτά ήρθαν εκ νέου αντιμέτωπα με τον τρόμο, αφού πλημμύρισε το σπίτι τους. Ο Δημήτρης κινδύνεψε για ακόμη μία φορά, προκειμένου να σώσει τα παιδιά του από πνιγμό, αφού η Πυροσβεστική δεν ανταποκρίθηκε. Σε κατάσταση σοκ, παρακολουθούσαν έντρομα τη στάθμη του νερού να ανεβαίνει, ενώ από το παράθυρο έβλεπαν νεκρά ζώα να παρασύρονται από τους χειμάρρους. Αυτά τα παιδιά έχουν ξεκινήσει τη ζωή τους στιγματισμένα από περιστατικά τέτοιας ψυχολογικής έντασης που αφήνουν βαθιά και συχνά αξεπέραστα ψυχολογικά τραύματα.
Εκτός από τους νεκρούς και τις ζημιές, το ενδιαφέρον της πολιτείας πρέπει να στραφεί και σε αυτούς που έμειναν πίσω. Αθέατοι συμπολίτες μας τα τελευταία χρόνια φέρουν όλο και περισσότερα ψυχικά τραύματα, δυστυχώς κοινά για πολλούς. Μετά το συλλογικό τραύμα του κορονοϊού, έχουμε κληθεί να αντιμετωπίσουμε πολυάριθμα εθνικά συλλογικά τραύματα τα οποία συνδέονται με την αποσύνθεση του κρατικού μηχανισμού.
Από την παράλυση των συγκοινωνιακών δικτύων λόγω χιονιού με χιλιάδες εγκλωβισμένους, τις ανεξέλεγκτες πυρκαγιές σε όλη τη χώρα, που ειδικά φέτος ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο οικολογικής καταστροφής, το δυστύχημα των Τεμπών όπου δεκάδες νέοι άνθρωποι έχασαν τραγικά τη ζωή τους από σύγκρουση τρένων, το πολύνεκρο ναυάγιο στην Πύλο μέχρι τις ανατριχιαστικές περιγραφές από τα χωριά της Καρδίτσας όπως ο Παλαμάς, όπου καθηλωμένοι στις ταράτσες τους για μέρες χωρίς φαγητό και νερό παρατηρούν ανήμποροι σορούς συγγενών να επιπλέουν από τα παράθυρα των πλημμυρισμένων σπιτιών.
Οφείλουμε να μη συνηθίσουμε τη φρίκη και την ανασφάλεια ως κανονικότητα. Να μην αντιμετωπίζουμε το αυτονόητο σαν πολυτέλεια, να μη νιώθουμε τυχεροί που επιβιώνουμε. Να μην επιτρέψουμε σ’ αυτό το διαρκές εθνικό συλλογικό τραύμα να μείνει ανίατο.
*Υποψήφιος περιφερειακός σύμβουλος Θεσσαλίας στην Π.Ε. Μαγνησίας με τον συνδυασμό «Πρωτοβουλία» του Δημήτρη Κουρέτα
