Πολύ μεγάλη προσοχή χρειάζεται στον ορισμό των εννοιών που χρησιμοποιούμε, για να αποφύγουμε πολύ μεγάλες παρανοήσεις, μια που η κάθε έννοια ορίζεται από την ιστορικότητά της, τη συγκυρία στην οποία χρησιμοποιήθηκε. Λ.χ. η Αθηναϊκή Δημοκρατία κατά την εποχή του Περικλή είναι διαφορετικής υφής και σημασίας από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Η καθεμιά τους περιορίζεται από τα καταστατικά της άρθρα. Η τάξη που προκύπτει από τους κανόνες –η γνωστή rules based order– εξαρτάται από όποιον την ορίζει. Δεν είναι μια αιώνια τάξη που προκύπτει αφ’ εαυτού, με ισχύ για κάθε εποχή.
Πρόσφατα, στη δημόσια συζήτηση έχουν εισχωρήσει δύο έννοιες μη επαρκώς ορισμένες. Ξεκινώ με την έννοια της μέσης οικογένειας ή και του μέσου νοικοκυριού. Οι έννοιες αυτές πολύ καλό θα είναι να ορισθούν κυρίως ποσοτικά, ως προς το εισόδημά τους. Πρόσφατα ακούστηκε η άποψη περί του μηνιαίου εισοδήματος της μέσης οικογένειας της τάξης των 400 ευρώ. Αυτό και μόνο διαμορφώνει μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα του μηνιαίου εισοδήματος που μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί για καθαρά προπαγανδιστικούς λόγους, από τον διακινητή ή τον προπαγανδιστή της συγκεκριμένης εικόνας. Και είναι πιθανόν να οδηγήσει σε εντελώς εσφαλμένες αντιλήψεις.
Είναι μέλημα η δημοσιότητα επαρκών, μη αμφιλεγόμενων ποσοτικών στοιχείων που ορίζουν την έννοια της μέσης οικογένειας, σε αναλυτικές ανακοινώσεις κυρίως στο διαδίκτυο, προσιτές σε όλους.
Η δεύτερη έννοια είναι αυτή του λαϊκισμού. Η έννοια αυτή συνδυάζεται με κάτι που είναι λαϊκό, με μια πανθομολογούμενη λαϊκή απαίτηση, ξεκινώντας από την τότε κυβέρνηση Περόν της Αργεντινής. Και έχει αποτελέσει μιαν έννοια που πάει με όλα, σαν τη Κόκα Κόλα, με κύρια εστίαση στο φθηνό, στο λαϊκό, που δεν είναι καθόλου ανεκτό στους μέχρι στιγμής επικρατούντες νεοφιλελεύθερους κύκλους. Και αφού πάει με όλα, στο τέλος δεν λέει τίποτα, εκτός από την έννοια του ευτελούς, κατ’ αυτούς τους κύκλους. Και αυτή η έννοια θα πρέπει να ορισθεί, ούτως ώστε να μην προκύπτουν παρανοήσεις, που γειτονεύουν με την προπαγάνδα που ασκείται από τους μέχρι στιγμής επικρατούντες νεοφιλελεύθερους κύκλους.
Προέχει, λοιπόν, να γνωρίζουμε για ποιο θέμα μιλάμε, στον βαθμό που το θέμα αυτό είναι επαρκώς ορισμένο, αποσκοπώντας στο να προκύψουν αποτελέσματα που θα ενδυναμώσουν, θα προσθέσουν στον διάλογο. Ινστιτούτα ερευνών, αλλά και απλοί πολίτες είναι σε θέση να συνεισφέρουν σε μια συζήτηση που μόνο θετικά αποτελέσματα μπορεί να έχει.
*Ομότιμος καθηγητής Τμήματος ΕΜΜΕ Πανεπιστημίου Αθηνών
