Στις 28 Ιουλίου 1927, η Αθήνα καλυπτόταν από καπνούς. Η ξύλινη παραγκούπολη των προσφύγων στην Αλεξάνδρας καταστρεφόταν σχεδόν ολοσχερώς από φωτιά που επισήμως αποδόθηκε σε ατύχημα. Δυο μικρά παιδιά βρήκαν τον θάνατο μέσα στις φλόγες εκείνο το απόγευμα. Οι 2.500 πρόσφυγες με καταγωγή κυρίως από την Κωνσταντινούπολη και την Προποντίδα έμεναν άστεγοι.
Ο υπουργός Υγιεινής, Προνοίας και Αντιλήψεως, επισκεπτόμενος λίγες ώρες αργότερα την πυρόπληκτη περιοχή, βρίσκεται αντιμέτωπος με το σύνολο των προσφύγων να απαιτούν να μεταφερθούν στα άδεια σπίτια του νεοανεγειρόμενου οικισμού στον μακρινό Ποδονίφτη.
Παρά τις προτάσεις για παραμονή στις σκηνές ή σε κοντινές στρατιωτικές εγκαταστάσεις, μια πολύ δύσκολη νύχτα ακολούθησε, με αστεία διανομή βοηθημάτων, που κλιμάκωσε την οργή, σε ανθρώπους στ’ αποκαΐδια που ξαναντιμετώπιζαν το μηδέν της προσφυγιάς λίγα χρόνια μετά την πρώτη. Από το ξημέρωμα σχηματίζονται ομάδες που σκέφτονται τη βίαιη κατάληψη των οικημάτων του Ποδονίφτη, ενώ στις 8 το πρωί εισβάλλουν στο δωμάτιο που στέγαζε την Επιτροπή Πυροπαθών. Με εντολή του υπουργείου, δυο λόχοι του πεζικού μετακινούνται στον έρημο οικισμό για να διασφαλίσουν ότι τα σπίτια δεν θα καταληφθούν βίαια από τους πληγέντες.
Το επόμενο απόγευμα πραγματοποιείται συγκέντρωση που καλεί το Ενιαίο Μέτωπο Εργατών-Αγροτών. Οι χωροφύλακες επιχειρούν να συλλάβουν ανεπιτυχώς (λόγω αντιδράσεων του πλήθους) συμμετέχοντες των αυτοδιαχειριζόμενων οικιστικών κινήσεων των προσφύγων και βουλευτές του «Μετώπου».
Υπό πίεση, ο υπουργός θα διατάξει τη μεταφορά πυροπαθών στον ακατοίκητο οικισμό, «μέχρι της οριστικωτέρας διευθετήσεως του ζητήματος». Αλλά ακόμη και στη μεταφορά τους σημειώνονται συμπλοκές, με τα όργανα του υπουργείου και ανώτατους υπαλλήλους να βρίζουν τους απόκληρους με απίστευτους χαρακτηρισμούς.
Στον μακρινό Ποδονίφτη η χωροφυλακή προσπαθεί να ελέγξει την κατάσταση: «Κατά την μετακόμισιν ισχυραί περίπολοι πεζικού, μ’ εφ’ όπλου λόγχην, εσταμάτων τα αυτοκίνητα και ήλεγχον τας αποστελλομένας διατακτικάς εγκαταστάσεις. Αρκεταί οικογένειαι διανυκτερεύουν ακόμη έξω των οικημάτων».
Κάπως έτσι έφτασαν στον Ποδονίφτη οι πρώτοι πρόσφυγες κάτοικοί του πριν από 96 χρόνια: «πεινασμένοι, διψασμένοι, με καμένα όλα τους τα υπάρχοντα και με τα χέρια τους λερωμένα από τις στάχτες της “αποκατάστασης” που τους επιφύλαξε το ελληνικό κράτος μετά την περιπέτεια του 1922», όπως το εφημεριδάκι «Χαμπέρι», που εξέδιδε ο κατεστραμμένος από χούλιγκαν και επιχειρηματίες αυτοδιαχειριζόμενος Κοινωνικός Χώρος «Στρούγκα», ανέφερε 10 χρόνια πριν.
Η Νέα Φιλαδέλφεια, η νέα τους πατρίδα που λίγο λίγο θα ομόρφαιναν απίστευτα με τόσο μεράκι, είχε ουσιαστικά ιδρυθεί.
