ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννος Θανασέκος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις 7 Φεβρουαρίου 2022 δημοσιεύαμε στην «Εφημερίδα των Συντακτών» ένα άρθρο με τίτλο «ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.: Βοναπαρτισμός;» Η έννοια του «βοναπαρτισμού» χρησιμοποιείται από την ιστοριογραφία και τις πολιτικές επιστήμες αναφορικά με την τυπολογία των μορφών εξουσίας.

Ενα από τα χαρακτηριστικά που συγκροτούν τον βοναπαρτισμό ως ιδιόμορφο τύπο πολιτικής εξουσίας συνίσταται στην ανάδειξη του Ηγεμόνα εκείνη τη συγκεκριμένη κοινωνική και πολιτική συγκυρία, όπου μεταξύ των πολλαπλών κοινωνικών τάξεων, τμημάτων τάξεων και ομάδων που συγκροτούν μια κοινωνία, ουδεμιά εξ αυτών δύναται να επιβληθεί των άλλων και να τις υποτάξει ολοσχερώς ή εν μέρει.

Στις περιπτώσεις αυτές ο Ηγεμών αναδύεται ως εχέγγυος και διαιτητής αυτής της ασταθούς ισορροπίας. Αυτονομείται και αυτο-νομιμοποιείται διεκδικώντας την αδιαμεσολάβητη σχέση με τον «λαό» που του κατοχυρώνουν η καθολική ψηφοφορία, η καταφατική βοή ή τα αποθεωτικά χειροκροτήματα του ακροατηρίου. Ενίοτε διαθέτει και στοιχεία «χαρισματικού ηγέτη». Και προσθέταμε: «Ναι μεν ο βοναπαρτισμός αφορά κατά κύριο λόγο τη δομή και τη χρήση της πολιτικής εξουσίας (…) αλλά το εγχείρημα μπορεί, αναλογικά, να επεκταθεί και σε εν μέρει (…) πολιτικούς θεσμούς, όπως αυτούς, λόγου χάριν, των πολιτικών κομμάτων».

Εκ γενετής ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα πολυσυλλεκτικό κόμμα συρραφής πολλαπλών συνιστωσών που κάλυπταν διαχρονικές παραδόσεις, εμπειρίες και ιδεολογικές διαστάσεις της ελληνικής Αριστεράς. Οπως ήταν επόμενο, η προσθήκη μετά την ήττα του 2019 καινούργιων ρευμάτων και τάσεων με την «κεντροαριστερή διεύρυνση» και «μετάλλαξη» του κόμματος, οδήγησε την πολυσυλλεκτικότητα αυτή στα όριά της, έως κορεσμού – η «διεύρυνση» έφτασε ώς την Κεντροδεξιά με τις κάλπες της 21ης Μαΐου.

Η εξισορρόπηση και συνύπαρξη όλου αυτού του πολύπλοκου πολιτικού και ιδεολογικού φάσματος φυγόκεντρων και κεντρομόλων δυνάμεων κάτω από την ίδια κομματική στέγη δημιούργησε εκ των πραγμάτων ένα ιδανικό έδαφος για την ανάδυση ενός ιδιόμορφου κομματικού βοναπαρτισμού. Οπερ και εγένετο: ο Τσίπρας όχι μόνο διέθετε όλες τις ικανότητες και τις επί μέρους δεξιότητες για την εκπλήρωση αυτού του κρίσιμου ρόλου, αλλά αποφάσισε και να τον εδραιώσει/θεσμοποιήσει καταστατικά με τη γνωστή απευθείας εκλογή του προέδρου του κόμματος από τη βάση.

Μετά τη θεσμική επικράτηση του «προεδρικού κόμματος» και την επιτάχυνση των εκλογικών αναμετρήσεων στον άμεσο ορίζοντα, το κόμμα μετατράπηκε σε έναν καθαρά «προσωποπαγή εκλογικό μηχανισμό» με τα αποτελέσματα που ξέρουμε – η προσπάθεια διόρθωσης την τελευταία στιγμή με τη σύσταση μια νέας «ομάδας προεκλογικής κρούσης» όχι μόνο δεν απέδωσε, αλλά χειροτέρεψε τις επιδόσεις. Ως πρόεδρος ο Τσίπρας ανέλαβε, μόνος και αξιοπρεπώς, την ευθύνη της διπλής συντριπτικής εκλογικής ήττας και παραιτήθηκε. Είχε εξαντλήσει τα όρια του ρόλου που είχε εθελουσίως επωμιστεί.

Κια όπως ήταν αναμενόμενο η απόφαση αυτή προκάλεσε και προκαλεί μέγα πανικό εντός των ηγετικών κύκλων – οι οποίοι, ειρήσθω εν παρόδω, δεν ανέλαβαν ουδεμία ευθύνη για την κατάρρευση του κόμματος. Αφησαν τον Τσίπρα να σηκώσει μόνος του το βάρος της συλλογικής ευθύνης. Το δέχτηκε και είναι προς τιμήν του. Στα ορφανά του «εκσυγχρονιστικού» Σημίτη προστέθηκαν και τα «προεδρικά» ορφανά του Τσίπρα.

Ωστόσο με την παραίτησή του οι ισορροπίες όλων των πολύπλοκων παλιών και πιο πρόσφατων τάσεων, ρευμάτων και συνιστωσών μπαίνουν σε σκληρές δοκιμασίες και έντονες αναταραχές. Δεδομένου ότι ουδεμία εξ αυτών των παρατάξεων είναι σε θέση να επιβληθεί ολοσχερώς επί των υπολοίπων, οι διαπραγματεύσεις θα οδηγήσουν σε συμβιβασμούς λίγο ή πολύ επώδυνους για τη μία ή την άλλη παράταξη.

Ολοι ωστόσο ψάχνουν αγωνιωδώς να βρουν ένα νέο κέντρο βαρύτητας ικανού να ανακόψει και να συγκρατήσει επικίνδυνες φυγόκεντρες δυνάμεις και δυναμικές, αποχωρήσεις, παραιτήσεις, ακόμα και τυχόν διασπάσεις. Κάτι τέτοιο θα ήταν βέβαια ολέθριο για όλους και κανείς δεν το επιθυμεί. Ισως λοιπόν να οδηγούμαστε προς εξεύρεση ενός νέου «Βοναπάρτη» ικανού να εγγυηθεί όλες αυτές τις εύθραυστες ενδοκομματικές ισορροπίες. Δύσκολο εγχείρημα. Αναμένουμε…

Ολα αυτά δεν αφορούν κατά κανένα τρόπο την κοινωνία. Οι ενδοκομματικές συγκρούσεις μεταξύ των παρατάξεων αφορούν βέβαια αντιμαχόμενους πολιτικούς προσανατολισμούς και στρατηγικές για την ανασύνταξη του κόμματος, αλλά όχι μόνο. Παίζονται και προβλήματα κατανομής θώκων και οφίτσιων τόσο στην κομματική ιεραρχία όσο και στο κοινοβουλευτικό έργο. Απ’ ό,τι διαφαίνεται το μίγμα των συμβιβασμών που δρομολογείται οδηγεί, κάτω από την πίεση των επικείμενων αυτοδιοικητικών και ευρωπαϊκών εκλογών, στην επιλογή ενός μάλλον άνευρου κεντροαριστερού μορφώματος ανταγωνιστικού/συναγωνιστικού του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛΛ.

Η προσκείμενη στον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. «εκσυγχρονιστική» παράταξη του σημιτικού ΠΑΣΟΚ παραμένει στη θέση που υπερασπίζεται σταθερά από το 2019: μόνο μια ισχυρή «Κεντροαριστερά» μπορεί να μας σώσει ως ανάχωμα απέναντι στη Δεξιά και Ακροδεξιά που εκτινάσσεται σε όλη την Ευρώπη (βλ. άρθρο του Αντώνη Λιάκου στο News 24/7, 7.7.23). Κι αυτό την ίδια στιγμή που ο «εκσυγχρονισμός» έχει βρει την κατοικία του στη Δεξιά και που η λεγόμενη Κεντροαριστερά καταρρέει παντού – συμπεριλαμβανομένης και της σοσιαλδημοκρατίας.

Τα ριζοσπαστικά στοιχεία εντός του ΣΥΡΙΖΑ, πέριξ αυτού όπως και οι κομματικά ανένταχτοι που αναζητούν την ανασυγκρότηση μιας Αριστεράς γειωμένης στην κοινωνία, αγώνων και συγκρούσεων με τον νεοφιλελευθερισμό, δεν έχουν δυστυχώς τίποτα να περιμένουν από τις εσωτερικές διαδικασίες των οργάνων του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., ενός κόμματος που θέτει τον κυβερνητισμό ως προϋπόθεση της ύπαρξής του.

*Kαθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας, Βρυξέλλες