Η ριζοσπαστική Αριστερά έχει κάνει πολλές φορές τον απολογισμό της, την αυτοκριτική της. Ακολουθείται όμως (η αυτοκριτική της) από ιδεοψυχαναγκαστικές προτεραιότητες και από νοσταλγίες για ιδεολογική καθαρότητα. Ενώ εδώ και αρκετά χρόνια έχει επιδοθεί σε ένα φετιχιστικό παιχνίδι του μοντερνισμού και της πλησμονής της φαντασιώδους επάρκειάς του.
Δεν κατανόησε πλήρως η ριζοσπαστική Αριστερά ότι ο μοντερνισμός έχει παρέλθει μαζί με τις ψευδωνυμίες του, με τις υστερικές προτεραιότητές του και επίσης ότι ζούμε τις συνέπειές του ακόμη και σήμερα που έχει δηλωθεί το ιστορικό του τέλος.
Ο Μισέλ Φουκό στις 25 Οκτωβρίου του 1982, σε μια συνέντευξή του μιλώντας σε σεμινάριό του στο Πανεπιστήμιο του Βέρμοντ στις ΗΠΑ (συνέντευξη Ρουξ Μάρτιν Μισέλ Φουκό. Βλέπε: Technologies of the self. Publications Tavistock 1988) για τις τεχνολογίες του εαυτού και αναφερόμενος στον ουμανισμό του μοντερνισμού, θα πει ότι «έχει αναπτυχθεί μια ιδέα του ανθρώπου η οποία έχει γίνει πλήρως κανονιστική, πλήρως αυτονόητη και η οποία επιβάλλεται ως οικουμενική».
Ωστόσο –θα τονίσει– «ενδέχεται αυτός ο προβαλλόμενος οικουμενικός ουμανισμός να είναι πλήρως οριοθετημένος και συγκεντροποιημένος μιας κατάστασης». Και συνεχίζοντας θα τονίσει ότι «αυτός ο οριοθετημένος ουμανισμός των καταστάσεων αξιοποιήθηκε από ποικίλες ιδεολογικές δυνάμεις, από μαρξιστές, φιλελεύθερους, ναζιστές, καθολικούς».
Πολύ πριν ο Πιερ Πάολο Παζολίνι ήδη από το 1974 με τον προφητικό του οραματισμό μιλούσε για «έναν νέο αναπτυσσόμενο ουμανισμό του σχολαστικισμού, του μορφολογισμού και του χυδαίου (άρθρο του με τίτλο: «Τα όρια της Ιστορίας και η απεραντοσύνη του αγροτικού κόσμου») καθώς και για «τις ταυτότητες της Νέας Εξουσίας του μοντέρνου που ιδρύει έναν νέο κομφορμισμό» προσαρμοσμένο στις αυθεντίες της τεχνο-εξουσιαστικής και νεο-επιστημονικής διευθέτησης.
Γράφει επίσης στο άρθρο του με τίτλο «Πολιτιστική απίσχνανση» (1973) o Π. Π. Παζολίνι: «Ο ιταλικός φασισμός δεν άφησε ούτε μια αμυχή στην ψυχή του ιταλικού λαού. Γιατί ο ιταλικός λαός τον ξεπέρασε και τον έθαψε. Ο καινούργιος φασισμός όμως που αναφύεται με τα νέα μέσα επικοινωνίας (ειδικότερα την τηλεόραση) όχι μόνο της προκάλεσε αμυχές αλλά την έγδαρε, τη βίασε και την παράτησε μια για πάντα…».
Ο Μισέλ Φουκό με ανατομική σκέψη αξιολόγησε τα ζητήματα της μεταμόρφωσης της εξουσίας στην πολυσημία τους. Είδε αυτό που ερχόταν. Δηλαδή την απώλεια της ιδιαιτερότητας του ανθρώπινου προσώπου από τις δυνάμεις του εξαναγκασμού, της καταστολής, του σωφρονισμού. Ο πολίτης του μέλλοντος θα είναι στο εξής στην οριοθέτηση των κανονιστικών ταξινομικών αρχών. Δηλαδή κάτω από έναν πνιγηρό ουμανισμό των καταστάσεων.
Τι σημαίνει αυτό; Το ζήσαμε με την πανδημία και τα ακραία μέτρα της μητσοτάκειας εξουσίας. Πρόστιμα για όποιον δεν συμμορφώνεται και απειλές για όποιους δεν γίνονται οπαδοί της μητσοτάκειας παντοδυναμίας. Από τα πρόστιμα της πανδημίας των ηλικιωμένων μέχρι τις απειλές της κ. Μπακογιάννη «αν δεν ψηφίσετε Ν.Δ. θα περάσετε δύσκολα», επιβεβαιώνονται η εγκατάσταση των ταξινομικών συμμορφωτικών εξουσιών και η μαζοποίηση των πολιτών. Ολα κάτω από την ομπρέλα του κράτους-παντεπόπτη το οποίο θα καθιστά τη μοναδικότητα του ανθρώπινου προσώπου σχετική και διαπερατή.
Με τη μητσοτάκεια κυβέρνηση εμπεδώσαμε ότι η εξουσία είναι οριζόντια και δομείται ως δίκτυο, κατακλύζει τις ανθρώπινες δραστηριότητες και ανατρέπει όλες τις ισορροπίες. Επεβλήθη ένα κοινωνικό συμβόλαιο του Homo servus και απαιτήθηκε να αναγνωριστεί ως οριοθετημένος ουμανισμός, όπου η ελπίδα και η κοινωνική φαντασία όφειλαν να υποχωρήσουν μπροστά στην πρωθυπουργική αυθεντία με τους τεχνο-συμβουλάτορές της.
Η νέα ανθρωπολογική μεταβολή σύμφωνα με τη μητσοτάκεια πολιτική ενέταξε τον εξαθλιωμένο και παραγκωνισμένο πολίτη σε μια αντι-ουτοπική, αδιάφορη και παρατημένη κοινωνία η οποία όφειλε να μην απομακρύνεται από την επιβαλλόμενη μηχανιστική λογική του μητσοτάκειου συστήματος. Ας θυμηθούμε εδώ όσα έγραφε ο Μαρκούζε για τον νεοφιλελευθερισμό και τις δεξιές πολιτικές. «Πρόκειται –έγραφε– για ανθρωπιστικό φασισμό, που αποτελεί το λογικό αποτέλεσμα του ξοφλημένου καπιταλισμού».
Η ριζοσπαστική Αριστερά έδειχνε ότι απομακρυνόταν από την αντιεξουσιαστική ρητορική, από την κινηματική πρακτική και δεν αντιπάλεψε τον εγχειρηματικό ακροδεξιό μητσοτάκειο νεοφιλελευθερισμό. Ενώ η πολιτική αντιεξουσία ήταν μακριά από τα οράματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Μάλιστα με την πανδημία ενσωματώθηκε τόσο με τη δεσμευτική λογική του συστήματος που εμφανιζόταν ως αντιπολιτευόμενη συμπολίτευση. Επιπλέον δεν αναδείχθηκε επαρκώς η παρασυνταγματική λειτουργία της μητσοτάκειας πολιτικής, ούτε προτάχθηκε από τη ριζοσπαστική Αριστερά κάποια φαντασιακή αυτοθέσμιση ικανή να δημιουργήσει δημοκρατικές αυτενέργειες οι οποίες θα διεκδικούσαν ένα άνοιγμα της συνταγματικής δημοκρατίας.
Ας θυμηθούμε ότι η Αριστερά δεν υπάρχει ερήμην της σημασίας και πάντα αντιστέκεται στην παραχάραξη του αυτονόητου, προτάσσοντας τη διαισθαντική υποψία στις αυθαιρεσίες της λογικής.
*Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
