Υπήρξα βαθιά δυστυχισμένος στις γιορτές, οικογενειακές ή δημόσιες, στις ευχάριστες επετείους, στις συγκεντρώσεις της Πρωτομαγιάς.
Από την άλλη υπήρξα πανευτυχής περιμένοντας το λεωφορείο, διασχίζοντας τον δρόμο, κοιτάζοντας ένα κουτάβι, φτάνοντας σ’ έναν άγνωστο σταθμό, φεύγοντας από έναν γνωστό σταθμό, βγαίνοντας από το σπίτι, κατεβαίνοντας τις σκάλες (πολύ, πάρα πολύ, κατεβαίνοντας τις σκάλες), πηγαίνοντας στο πουθενά χωρίς πρόγραμμα, γυρνώντας σε μια γωνιά του δρόμου, ανοίγοντας μια πόρτα, περιμένοντας σε μια ουρά, στο καφενείο για έναν καφέ, ανάβοντας ένα τσιγάρο, όταν σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι, πέφτοντας στο όνειρο, φτάνοντας στη θάλασσα, φεύγοντας τρέχοντας από τη θάλασσα, μπαίνοντας στον κινηματογράφο, βγαίνοντας από το θέατρο, αφήνοντας τον εαυτό μου να τον ταξιδέψει ένα τρένο, ένα αυτοκίνητο, ένα λεωφορείο ή τα πόδια μου. Υπήρξα ευτυχισμένος όρθιος, καθιστός ή ξαπλωμένος. Υπήρξα ευτυχισμένος με την άφιξη του καλοκαιριού, του φθινόπωρου, του χειμώνα ή της άνοιξης. Υπήρξα ευτυχισμένος ακόμη κι όταν διάβαζα την εφημερίδα, ακόμη κι όταν κοίταζα την τηλεόραση. Τελικά, υπήρξα ευτυχισμένος, είμαι ευτυχισμένος, σχεδόν πάντα.
Περίεργο: Η χαρά, η ευχαρίστηση, η ικανοποίηση, που είναι φτιαγμένες από ευτελή και πεπερασμένα υλικά, είναι σπάνιες και κοστίζουν πανάκριβα∙ η ευτυχία, αντίθετα, που είναι πιο πολύτιμη, βρίσκεται παντού και δεν κοστίζει τίποτε.
