Μετά τη Λαμπεντούζα η Πύλος. Και μαζί ο θύλακας της Θεούτα, η εκ νέου συζήτηση για τη Μόρια, τραγωδίες με όνομα, αλλά χωρίς τέλος και όρια και χωρίς από μηχανής Θεό.
Πολύς λόγος έγινε τα προηγούμενα χρόνια για το αν οι απελπισμένοι άνθρωποι που διασχίζουν τη Μεσόγειο με κάθε τρόπο προσπαθώντας να φτάσουν στην Ευρώπη -γιατί μόνο τραγικά απελπισμένοι άνθρωποι προβαίνουν σε αυτό το εγχείρημα με αυτούς τους τρόπους- είναι πρόσφυγες ή μετανάστες. Θα είχε μεγάλη διαφορά, λέει, εάν προσδιορίζαμε με σαφήνεια ως αίτια πολιτικές κρίσεις, μακροχρόνια πολιτική αστάθεια, καθεστώς διώξεων, πολέμους, εμφύλιες συρράξεις, ή επαναλαμβανόμενα φυσικά φαινόμενα και καταστροφές, αλλεπάλληλες επιδημίες, ή εξαιρετικά χαμηλούς (σχεδόν μόνιμα σε κατάσταση συναγερμού) δείκτες ανάπτυξης, ή χαμηλή παραγωγικότητα, επισφαλή πρόσβαση σε αγαθά, μόνιμη διαβίωση κάτω από το όριο της φτώχειας (ή και μόνιμη διατροφική ανασφάλεια και επισιτιστική κρίση), μακροχρόνια υψηλή ανεργία και οικονομικοί αποκλεισμοί, απουσία σταθερότητας και ασφάλειας, έλλειψη εκπαίδευσης, περιορισμό βασικών ελευθεριών και δικαιωμάτων και αποκλεισμό ή αδυναμία πρόσβασης σε αυτά. Έχει μεγάλη διαφορά να καθοριστεί το status της μετακίνησης επιμένουν οι διεθνείς Συνθήκες και η ευρωπαϊκή ηγεσία. Αλλά ποια διαφορά προκύπτει όταν το στοιχείο του φόβου για τη ζωή ή της αδυναμίας να συνεχιστεί όπως πριν είναι το ίδιο, η μετακίνηση γίνεται η μόνη λύση και ο χαρακτήρας της μετατρέπεται σε εξαναγκασμένος;
Για τους ανθρώπους σε εξαναγκασμένη μετακίνηση μικρή ή και καθόλου σημασία έχει. Καθώς στοιβάζονται σωρηδόν και ανεξαιρέτως -τι προσφέρει ο γενικός όρος «πρόσφυγες-μετανάστες»;- στις ίδιες «εγκαταστάσεις», τυγχάνουν των ίδιων περιορισμών και στερήσεων δικαιωμάτων και θα περάσει πάρα πολύς χρόνος -κυριολεκτικά πάρα πολύς- για όλους, μέχρι να δηλώσουν οι ίδιοι τι είναι και τι θέλουν και να αποφασίσουν τελικά άλλοι εάν είναι αυτό που δηλώνουν και τι είναι αυτό που μπορούν να θέλουν. Και μάλιστα, μέσα σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο πλαίσιο ελευθεριών και δικαιωμάτων, ρυθμίσεων που τους αφορούν και αποφάσεων που υφίστανται αλλά άλλοι επέλεξαν, μετατρέποντάς τους μέσα από μία «νομική καταστολή» κυρίως στο δικαίωμα ασύλου αλλά όχι μόνο, μάλλον σε «αντικείμενο» της πληθυσμιακής μετακίνησης παρά σε «υποκείμενο» της.
Και για τη χώρα πρώτης υποδοχής εξίσου μικρή σημασία έχει, καθώς τους αντιμετωπίζει όλους με τον ίδιο τρόπο. Σε μια «δεύτερη διαλογή», εάν υποθέσουμε ότι ο διαχωρισμός «πρόσφυγες-μετανάστες» συνιστά μία πρώτη, κάποιες ευρωπαϊκές χώρες θα διαλέξουν ποιους χρειάζονται και ποιους όχι, ανάλογα με τις ανάγκες της οικονομίας τους (άλλο να έχεις 1000 πρόσφυγες και άλλο 1000 ανθρώπους χαρακτηρισμένους ως μετακινούμενη εργατική δύναμη), παραγνωρίζοντας ότι όλοι οι πληθυσμοί σε εξαναγκασμένη μετακίνηση έχουν τις ίδιες ανάγκες για την επιβίωση και τη συνέχιση της ζωής, ή την «οικοδόμηση μιας νέας ζωής» όπως αρκετά παραμυθένια ακούγεται η φράση.
Έτσι, είναι καλό που σκεφτόμαστε ότι πρόσφυγες και μετανάστες ακολουθούν τις ίδιες οδούς στη μετακίνησή τους, τα ίδια δίκτυα διακινητών, και τους ίδιους τρόπους, αλλά είναι εξαιρετικά ατελέσφορο ότι το νήμα της σκέψης μας κόβεται στο σημείο αυτό και επανεμφανίζεται κάπου στη συνέχεια με εξίσου ατελέσφορες και ανεπιτυχείς πρακτικές, πολιτικές και συμφωνίες και αποκρύπτοντας μια σημαντική αλήθεια: οι πληθυσμοί σε εξαναγκασμένη μετακίνηση παραμένουν ευάλωτοι πληθυσμοί σε όλη τη διάρκεια της μετακίνησής τους, ανεξαρτήτως από το είδος της εξαναγκασμένης μετακίνησης.
Επιπλέον, ο διαχωρισμός στη βάση της υποκειμενικής/αντικειμενικής αιτίασης δεν μπορεί να οριοθετήσει ακριβείς γραμμές μεταξύ δομικών και ανθρωπογενών παραγόντων, ούτε να διευθετήσει ικανοποιητικά τη σχέση «αντικειμενικοί» – «υποκειμενικοί» παράγοντες ορίζοντας με σαφή τρόπο το «αντικειμενικό μέτρο» και το μέτρο της υποκειμενικής βούλησης. Το είδαμε ξεκάθαρα την περίοδο των μαζικών ροών με την αποτυχία του προγράμματος της υποχρεωτικής μετεγκατάστασης, την αδυναμία έως σήμερα της διαχείρισης του φαινομένου της δευτερογενούς μετακίνησης και την ανυπαρξία μιας άλλης πρότασης.
Αναμφίβολα, υπάρχει πάντα μία ένταση μεταξύ της κρατικής κυριαρχίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο ζήτημα της αναγκαστικής μετακίνησης. Επιβεβαιωμένη τόσο στο πεδίο όσο και θεωρητικά, με τη μορφή/σχέση κυριαρχία του κράτους – ελευθερία της μετακίνησης. Ο Κανονισμός του Δουβλίνου και η άρνηση για τη ριζική αλλαγή του (ή και κατάργησή του), η από όλους καταγγελλόμενη ως τραγικά αποτυχημένη Συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας, οι πολιτικές που εμφανίστηκαν την περίοδο των μαζικών ροών και στη συνέχεια παγιώθηκαν μετατρέποντας τελικά τους πληθυσμούς της εξαναγκασμένης μετακίνησης σε πληθυσμούς επί της ουσίας χωρίς δικαιώματα, είναι κάποιοι από τους αδιάψευστους μάρτυρες αυτής της έντασης.
Μοιάζει περισσότερο αλήθεια από ποτέ ότι η μετακίνηση πληθυσμών χάνει την ιστορική και θεσμική της νομιμοποίηση και απογυμνώνεται και από την ηθική και ανθρωπιστική της διάσταση. Η συνεχής καλλιέργεια της ιδέας ότι οι πληθυσμοί σε εξαναγκασμένη μετακίνηση αποτελούν απειλή για την Ευρώπη και ότι τα σύνορα της Ευρώπης βρίσκονται σε συνεχή και μόνιμη απειλή κι έτσι κάθε μέτρο προστασίας τους είναι αναγκαίο και αποδεκτό, όχι μόνο δεν έχει παράξει καμία πρόσφορη λύση όλα αυτά τα χρόνια, αλλά επιτείνει τον εγκλωβισμό της Ευρώπης μέσα σε μια αβάσταχτη, αδιέξοδη και πάνω απ΄όλα επικίνδυνη αυτό-αναφορικότητα.
Επιπλέον, συζητώντας την εξαναγκασμένη μετακίνηση ως κρίση αντί να αναγνωρίζεται ως κανόνας, ενδυναμώνεται και εξαπλώνεται η έννοια της κρίσης και μετατρέπεται σε πάγια κοινωνική συνθήκη. Έτσι, η κατάσταση κρίσης γίνεται ο κοινωνικός κανόνας, όχι επειδή συνεχίζονται τα κρισιακά χαρακτηριστικά ενός φαινομένου που κάποια στιγμή έκανε την εμφάνισή του, αλλά επειδή διατηρούνται τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της κρισιακής του έκφρασης.
Η συζήτηση για την εξαναγκασμένη πληθυσμιακή μετακίνηση χρειάζεται μία καινούρια βάση, στην οποία η διάκριση του status της μετακίνησης και οι χαρακτηρισμοί των υποκειμένων της με βάση αυτήν ενδεχομένως να μην είναι το πρωτεύον ζήτημα, καθώς με την πάροδο του χρόνου αποκαλύπτεται ως κοινωνικά αυθαίρετη και αναχρονιστική. Και οπωσδήποτε νέα εργαλεία και νέο νομικό περιβάλλον. Με ποια Συνθήκη άραγε και σε ποιο νομικό περιβάλλον και με ποιο status θα χαρακτηριστούν οι αναγκαστικά μετακινούμενοι πληθυσμοί από τα φαινόμενα της κλιματικής αλλαγής -που ήδη καταγράφονται σε πολύ μεγάλη κλίμακα- και ποια θα είναι η τύχη τους; (κυριολεκτικά).
Αλλά και πέρα από τη ρητορική της κρίσης, που δεν βάζει σε κίνδυνο μόνο τους μετακινούμενους πληθυσμούς, αλλά είναι το ίδιο ή και περισσότερο επικίνδυνη και για τους πληθυσμούς σε κάθε χώρα υποδοχής ανεξαρτήτου σειράς (πρώτης υποδοχής, τελικού προορισμού), επιτείνοντας και κρατώντας σε μόνιμη εγρήγορση αμυντικά και φοβικά αντανακλαστικά.
Και τέλος, μια συζήτηση έξω από τη «λογική των συνόρων» που οδηγεί μονόδρομα στην αέναη ενίσχυσής τους με κάθε τρόπο. Γιατί μοιραία ο «Άλλος» -είτε ως υποκείμενο της μετακίνησης είτε ως αντικείμενο της- βρίσκεται πάντα σε αντιδιαστολή με το «Εμείς»∙ και καθώς τα σύνορα περικλείουν μόνο το «Εμείς», θα είναι πάντα ελλειπτικά στη διάσταση αυτής της σχέσης.
Εν ολίγοις, χρειαζόμαστε μια άλλη προσέγγιση, μια άλλη συζήτηση, που να εδράζεται στο παρόν και να απευθύνεται στο μέλλον. Μέχρι τότε, θα ζούμε τραγωδίες.
* Πολιτική επιστήμονας, ακτιβίστρια
