Τι προδικάζει άραγε για το μέλλον της Αριστεράς στην Ελλάδα (και αλλού) η πρόσφατη εκλογική ήττα που υπέστη; Mπορούμε να εξάγουμε οποιαδήποτε συμπεράσματα που αφορούν την αργόσυρτη διάρκεια της ιστορίας;
Για να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, θα πρέπει να κάνουμε ένα ταξίδι μερικά δεκάδες χιλιάδες μίλια μακριά, που θα μας μεταφέρει στη Λατινική Αμερική.
Γιατί; Διότι, όπως είχε πει ο μεγάλος Αγγλος ιστορικός Eric Hobsbawm, η Λατινική Αμερική είναι ένα φυσικό πειραματικό εργαστήριο, όπου μπορούμε να παρατηρήσουμε να λαμβάνουν χώρα πολιτικές διαδικασίες που, ενώ στην Ευρώπη απαιτούν δεκαετίες, εκεί γίνονται με «διαδικασίες εξπρές», διαρκώντας μόλις μερικά έτη. Οπως παρατηρεί ο αναλυτής Eugenio Tironi, «αυτό που αλλού πήρε αιώνες, εδώ παίρνει δεκαετίες και αυτό που εκεί παίρνει έτη, εδώ παίρνει εβδομάδες».
Oπως έγινε πρόσφατα στη Χιλή, όπου σε διάστημα μερικών μηνών συντελέσθηκε, με δημοκρατικές διαδικασίες, η ολική ανατροπή του πολιτικού σκηνικού, με την Αριστερά να παραχωρεί την ηγεμονεύουσα θέση της στην Ακροδεξιά (ή «υπερδεξιά»)
Συγκεκριμένα, στις 7 Μαΐου, η Χιλή εξέλεξε τα μέλη μιας νέας εθνοσυνέλευσης, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαμόρφωση ενός νέου συντάγματος που θα αντικαταστήσει το σύνταγμα που κληροδότησε η δικτατορία του Πινοσέτ. Πρώτο κόμμα με 35% των ψήφων ήρθε το ακροδεξιό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα του Jose Antonio Kast, που από κοινού με την παραδοσιακή Δεξιά, που έλαβε το 20% των ψήφων, ελέγχει απόλυτα τη νέα συνταγματική εθνοσυνέλευση. Η ειρωνεία είναι ότι οι νικητές των εκλογών είχαν επανειλημμένα εκφράσει την αντίθεσή τους σε οποιαδήποτε αλλαγή του συντάγματος του Πινοσέτ.
Το ενδιαφέρον με αυτές τις εξελίξεις είναι ότι αποτελούν το κορύφωμα της πολιτικής διαδικασίας την οποία άρχισε η Κεντροαριστερά με τις διαδηλώσεις του φθινοπώρου του 2019 και στην οποία κυριαρχούσε μέχρι σήμερα. Αυτή η «κοινωνική έκρηξη» ανάγκασε τις παραδοσιακές πολiτικές δυνάμεις να διεξαγάγουν ένα δημοψήφισμα για το αν η χώρα χρειάζεται ένα νέο σύνταγμα στο οποίο το 51% απάντησε καταφατικά, εκλέγοντας ταυτόχρονα μια συνταγματική εθνοσυνέλευση που προχώρησε στη διαμόρφωση ενός νέου συντάγματος που σε μεγάλο βαθμό εκπροσωπούσε τις θέσεις της άκρας Αριστεράς (πολυεθνικό κράτος, αναγνώριση των μειονοτήτων κ.λπ.). Ηταν ένα κείμενο επαναστατικό, που έθεσε σε αμφισβήτηση πολλούς πυλώνες του παραδοσιακού κατεστημένου.
Ομως, παράλληλα, ήταν και το αποκορύφωμα μιας διαδικασίας που από εκείνο το σημείο και μετά άρχισε να φθίνει. Eτσι στις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου 2021 ο υποψήφιος της άκρας Δεξιάς Kast κέρδιζε τον πρώτο γύρο των εκλογών, όμως έχανε με μικρή διαφορά στον δεύτερο γύρο από τον υποψήφιο της Αριστεράς, Gabriel Boric.
Eνα έτος αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2022, ο λαός απέρριπτε σε δημοψήφισμα πανηγυρικά (με 62%) το νέο επαναστατικό σύνταγμα που είχε διαμορφώσει η συνταγματική εθνοσυνέλευση. Και κάπου εδώ τέλειωσε και θάφτηκε οριστικά το επαναστατικό project. Με οριστικό τέλος τις πρόσφατες εκλογές για νέα εθνοσυνέλευση που έδωσαν τη σαρωτική νίκη στην Ακροδεξιά.
Τι μεσολάβησε άραγε σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα που οδήγησε σε αυτή την ολική ανατροπή του πολιτικού σκηνικού;
To ότι, όπως αναφέρει ο καθ. Oriol Bartomeus του Πανεπιστημίου της Βαρκελώνης, «τα θέματα που κυριαρχούσαν στις προεκλογικές αντιπαραθέσεις ήταν η μετανάστευση και η ασφάλεια». Ηταν ο φόβος για την κοινωνική ανομία που έκανε τον ψηφοφόρο της Χιλής να στραφεί προς τις υπερσυντηριτικές δυνάμεις. Ενας φόβος που συντηρείται από την κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας, τη δολοφονία αστυνομικών, τις ένοπλες επιθέσεις διαφόρων ομάδων ιθαγενών και, φυσικά, από τη μαζική μετανάστευση στη βόρεια Χιλή από Βενεζουελάνους.
Το μέλλον; Aν μεταφερθούμε τώρα στην Ελλάδα (και στην Ευρώπη γενικότερα), το κυριότερο δίδαγμα από τις εξελίξεις στη Χιλή είναι ότι όσο σε μία χώρα κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση (ιδιαίτερα στα κοινωνικά δίκτυα) τα θέματα της μετανάστευσης και της εγκληματικότητας τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες έχει η Δεξιά (ακραία και μη) να καθορίζει τις πολιτικές εξελίξεις. Και στον βαθμό που τα δύο αυτά θέματα θα εξακολουθούν να έχουν ηγεμονεύουσα θέση στις προσλαμβάνουσες των εκλογέων πολλών χωρών για πολλά ακόμα χρόνια η πορεία της Δεξιάς αναμένεται να είναι συνεχώς ανοδική.
Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι η Δεξιά έχει βρει την λύση για τα δύο αυτά κεφαλαιώδους σημασίας προβλήματα. Απλά οι προτάσεις της εναρμονίζονται περισσότερο με τους φόβους της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος. Από την πλευρά της πάλι η Αριστερά εμφανίζεται ιδιαίτερα αδύναμη να αντιδράσει σε αυτή την κατάσταση, διότι απλούστατα οι λύσεις που προτείνει(;) για αυτά τα προβλήματα θεωρούνται ανεπαρκείς να διασκεδάσουν τους φόβους της μεσαίας τάξης.
Συνοψίζοντας, όσο σε μια χώρα κυριαρχούν στην δημόσια συζήτηση τα θέματα της μετανάστευσης και της εγκληματικότητας, η Δεξιά «θα παίζει στο γήπεδό της». Και δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο μπορεί κανείς να αναμένει ότι τα δύο αυτά προβλήματα θα εκλείψουν στο μέλλον σε χώρες όπως και η Ελλάδα. Με ό,τι αυτό σημαίνει για την Αριστερά.
Η ήττα που υπέστη ο ΣΥΡΙΖΑ από τη Ν.Δ. ίσως να μην έχει άμεση σχέση με την παραπάνω προβληματική. Αυτό μόνο μια ανάλυση σε βάθος ενός focus group μπορεί να το δείξει. Ομως, σε μία μακρόχρονη προοπτική θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο για τις πολιτικές εξελίξεις.
