Στην ολοκλήρωση μιας προεκλογικής περιόδου κατά την οποία τα συστημικά κόμματα επιχείρησαν όχι μόνο να αποκρύψουν αλλά και να διαστρέψουν την πραγματικότητα (να εμφανίσουν το μαύρο ως άσπρο –βλ., λ.χ., την άποψη ότι «βγήκαμε από τα μνημόνια»), η αποψινή εκδήλωση είναι εξαιρετικά χρήσιμη. Χωρίς υπερβολή, έχουμε στην Παιδεία, στη νεολαία συνολικότερα μια πολιτική Τεμπών θα μπορούσαμε, μια εγκληματική πολιτική. Τα πράγματα έχουν πλέον φτάσει σε ένα σημείο που είναι από κάθε άποψη οριακό.
Αρχικά στον τομέα της παιδείας, θα με πήγανε πολύ μακριά να αναφερθώ σε στοιχεία (που, έτσι όπως παρουσιάζονται, καμιά φορά περισσότερο συσκοτίζουν παρά αποκαλύπτουν), οπότε θα επικαλεστώ δυο μόνο, άκρως αποκαλυπτικά νούμερα: το 2009 οι δαπάνες για την Παιδεία ήταν 9,8 δις, 13 χρόνια μετά είμαστε μόλις και μετά βίας στα 6 δις! Έχουμε έτσι συγχωνεύσεις σχολείων, μείωση του εισοδήματος των εκπαιδευτικών, υποστελέχωση, κραυγαλέα ελλιπείς υλικοτεχνικές υποδομές – μια απεχθής κανονικότητα με την οποία δεν πρέπει ποτέ να εξοικειωθούμε. Τι να πρωτο-θυμηθεί κανείς εδώ (μόνο από τους πολύ πρόσφατους μήνες); Τον φοιτητή στη Θεσσαλονίκη που έπεσε από τον 3ο όροφο της Νομικής; Το παράθυρο που γκρεμίστηκε μέσα σε αίθουσα του Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ή το ταβάνι που κατέρρευσε στο εσωτερικό αίθουσας δημοτικού σχολείου στο Βόλο;
Δεν ενδιαφέρει όμως μόνο το απόλυτο μέγεθος των ελλείψεων, ίσως πιο σημαντικό είναι να δούμε την κατεύθυνση (το προς τα πού πάει το πράγμα), που και αυτή είναι απόλυτα αποκαλυπτική. Ιδιαίτερα στα πανεπιστήμια, έχουμε αυτό που θα μπορούσε να τιτλοφορηθεί ως η «επέλαση των χορηγών» συνδυαστικά με τη δραματική μείωση των δαπανών, της τάξης του 20%.
Όμως κάποιος πρέπει να τονίσει, όσο πιο έντονα γίνεται, πως το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο που επιδιώκεται είναι ένα κακό πανεπιστήμιο: ένα πανεπιστήμιο που, θέλουν δε θέλουν οι εμπνευστές του, θα είναι γνωστικά απαξιωμένο –για τον πολύ απλό λόγο στόχος τους είναι να τεθεί στην υπηρεσία ενός συστήματος που δεν έχει τίποτα να προσφέρει στην κοινωνία, ενός συστήματος σε εξακολουθητικό αδιέξοδο. Όλα αυτά, συνεπώς τα Συμβούλια των Πανεπιστημίων που επιδιώκεται να στελεχωθούν με «ανθρώπους της αγοράς» ή η σύνδεση της χρηματοδότησης με την «αξιολόγηση» που κύρια αποβλέπει στον εξαναγκασμό της αναζήτησης χορηγών και στη θέσμιση βιομηχανικών μεταπτυχιακών, όλα αυτά πρόκειται να κάνουν την εικόνα ακόμα χειρότερη, ώστε μαζί με τη βάση του 10, να διαμορφωθεί ακόμη περισσότερο το έδαφος για την κατάργηση του άρθρου 16.
Για την οικονομία της συζήτησης, χωρίς να έχω καθόλου αναφερθεί στον παραλογισμό της πανεπιστημιακής Αστυνομίας, στο θέμα της γενικευμένης (και –στο πλαίσιο αυτού του αντιδραστικού συστήματος– απόλυτα αναμενόμενης καταστολής της νεολαίας), στρέφομαι αμέσως στο μείζον ζήτημα της τοποθέτησής μου, του ρόλου του φοιτητικού κινήματος. Διότι πρέπει να τονιστεί ότι μόνο το φοιτητικό κίνημα, σε συντονισμό με το ευρύτερο εργατικό και λαϊκό κίνημα είναι σε θέση να μπουν εμπόδιο σ’ αυτήν την πορεία κατάρρευσης.
Θα είμαι και πάλι απολύτως επιγραμματικός.
Για αρκετά χρόνια, το φοιτητικό κίνημα βρισκόταν σε μιαν οδυνηρή πορεία ύφεσης –προφανώς και αυτή όψη και συνάρτηση της γενικευμένης απογοήτευσης που χαρακτήρισε τις μαζικές δράσεις κατά το διάστημα μετά την πολιτική υποταγή του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως αυτό φαίνεται το τελευταίο διάστημα να αλλάζει. Τόσο πέρσι όσο και φέτος οι αριστερές δυνάμεις πλειοψήφησαν στις φοιτητικές εκλογές, ενώ το έγκλημα στα Τέμπη, σε πρώτο τουλάχιστον χρόνο, αποκάλυψε στα μάτια εκατομμυρίων (αλλά προπαντός της νεολαίας) τη μακάβρια κατάληξη του νεοφιλελεύθερου δόγματος της ιδιωτικοποίησης.
Όμως αυτή η ελπιδοφόρα διαδικασία όμως πρέπει να στηριχθεί! Η μελέτη των συλλογικών δράσεων και των κοινωνικών κινημάτων (που είναι και το ερευνητικό μου πεδίο) δείχνει πως ενώ το λεγόμενο αυθόρμητο μπορεί πράγματι να αποτελέσει το πρώτο βήμα για καταλυτικές προωθητικές διαδικασίες, αν δεν στηριχθεί με στρατηγικά εμπρόθετο τρόπο, θα τείνει συν των χρόνω να φθίνει, αποτυγχάνοντας να εισφέρει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Αυτή είναι μια κατεξοχήν πολιτική διαδικασία, ένα κατεξοχήν πολιτικό στοίχημα.
Λέω συχνά και έτσι θα κάνω και σήμερα, πως, όπως τα προβλήματα της κοινωνίας συνολικά δεν αντανακλούν κοινωνικά αλλά πολιτικά ελλείμματα (με τους μεγαλειώδεις αντιμνημονιακούς αγώνες και το 62% του ΟΧΙ έχουμε δει πως η κοινωνία ήταν διατεθειμένη για μεγάλες ρήξεις), έτσι και η κρίσιμη ανάταξη του φοιτητικού κινήματος έχει ανάγκη από στοχευμένες παρεμβάσεις πολιτικού χαρακτήρα.
Τι εννοώ;
Νομίζω πως κομβικό σημείο και κρίσιμη πρώτη επιδίωξη αποτελεί το ξαναζωντάνεμα των φοιτητικών συλλόγων, που ως στόχος μπορεί να ακούγεται εύκολος στα λόγια, όμως στην πράξη είναι εξαιρετικά δύσκολος –διότι, συν τοις άλλοις, το προωθητικό φοιτητικό κίνημα έχει να αντιμετωπίσει την αρνητική επίδραση μιας γραφειοκρατίας που –όχι σπάνια– λειτουργεί σχεδόν όπως λειτουργεί και η συνδικαλιστική γραφειοκρατία: τολμηρά λόγια (όταν και αν υπάρχουν), αλλά ελλειμματική πράξη.
Όμως ξαναζωντάνεμα των φοιτητικών συλλόγων θα πει, ίσως πριν και πάνω απ’ όλα, αγώνας για μαζικές γενικές συνελεύσεις που, για να γίνουν και να παραμείνουν μαζικές, θα πρέπει να διεξάγονται δημοκρατικά, με δημοκρατικές διαδικασίες, χωρίς κοκορομαχίες και χωρίς καπελώματα (προπαντός ανάμεσα στις αριστερές παρατάξεις – κάτι που δυστυχώς δεν είναι διόλου σπάνιο).
Όμως ούτε οι διαδικασίες αρκούν –πρέπει συν τοις άλλοις να είναι αφενός τακτικές και αφετέρου να ελέγχουν καταστατικά τα εκλεγμένα Διοικητικά Συμβούλια των Συλλόγων, επιδιώκοντας να αποφύγουν τον μέγα σκόπελο της κινηματικής ζωής (θα έλεγα και συνολικότερα, της εν γένει μαζικής πολιτικής ζωής), το βόλεμα και τη γραφειοκρατικοποίηση. Δεν είναι εύκολο, είναι όμως απαραίτητο, θα έλεγα είναι παράγοντας εκ των ων ουκ άνευ.
Υπάρχει, τέλος, το εξαιρετικά κομβικό ζήτημα του περιεχομένου ή –θα μπορούσα να το πω και έτσι– της εν γένει διεκδικητικής κουλτούρας, του τρόπου με τον οποίο (ή της οπτικής μέσα από την οποία) θα αναπτύσσονται και θα διεκδικούν οι κινητοποιήσεις. Αναφέρομαι εδώ σε δυο κυρίως πράγματα.
Αναφέρομαι, πρώτον, στο ότι, σε μια περίοδο τόσο έντονων προβλημάτων, θα πρέπει το φοιτητικό κίνημα να υπερβεί τον ορίζοντα της απλής συμβολικής διαμαρτυρίας, και να αρχίσει να θέτει συγκεκριμένους, διεκδικήσιμους στόχους, που θα αποκάλυπταν τρέχουσες λαθροχειρίες και φαυλότητες (λ.χ. στον τομέα της στέγης, της σίτισης, των υποδομών, όσο βέβαια και του τρόπου εισαγωγής, των λογής-λογής πρακτικών αποκλεισμού, κτλ.) –στόχους δηλαδή που θα τίθενται για να κερδηθούν: αγώνες που δεν θα επιδιώκουν την απλή κατάθεση της οργής, αλλά την επίτευξη νικών. Αυτό θα αποτελούσε μέγιστη συμβολή στο στόχο της μαζικοποίησης των συνελεύσεων, των συλλόγων κοκ (όπως ανέφερα νωρίτερα).
Το δεύτερο που έχω κατά νου αφορά το ζήτημα του ρόλου που βλέπει για τον εαυτό του το φοιτητικό και νεολαιίστικο κίνημα εντός του ευρύτερου κοινωνικού και πολιτικού κινήματος των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων. Για να κερδηθούν αγώνες, μικροί ή μεγάλοι –δεν ξέρω πόσο έντονα πρέπει να το τονίσει κανείς αυτό– απαιτείται στρατηγική κλιμάκωσης και συντονισμός με το ευρύτερο λαϊκό κίνημα: τα θετικά αποτελέσματα δεν θα προκύψουν έτσι από μόνα τους. Ή, για να το πω όσο πιο απλά και επιγραμματικά μπορώ, το φοιτητικό κίνημα μπορεί, όπως συνέβη και στο παρελθόν, να αποτελέσει καταλύτη για την ανασύνταξη του λαϊκού κινήματος, όμως αυτό πρέπει εμπρόθετα να επιδιωχθεί. Πρόκειται για μείζον στρατηγικό διάβημα που έτσι πρέπει να γίνει κατανοητό.
Εδώ αρχίζει και ο ρόλος των προωθητικών –των πραγματικά αριστερών– φοιτητικών παρατάξεων. Εκεί θα κριθεί η συμβολή τους, εκεί θα αποκαλυφθούν και εκείνοι που, ενώ μιλούν στο όνομα της νεολαίας, δεν είναι λίγες οι φορές που κύριο μέλημα και κίνητρό τους έχουν την καριέρα στη βάση της πολιτικής εκμετάλλευσης αυτής της νεολαίας.
Και βέβαια πρόκειται για διαδικασία στην οποία ρόλο έχουν να διαδραματίσουν και τα κόμματα της πραγματικής Αριστεράς όπως το ΜέΡΑ25-Συμμαχία για τη Ρήξη, που δεν καπελώνει βέβαια τα κινήματα, αλλά έχει και αυτό υποχρέωση να καταθέτει προτάσεις στο φοιτητικό και νεολαιίστικό κίνημα και να αδιάλειπτα να διαβουλεύεται γι’ αυτές. Να προσπαθεί να πείσει, αλλά και να μάθει.
Είναι κάτι που μια μακρόχρονη παράδοση γραφειοκρατικού καπελώματος έχει συσκοτίσει –όπου το λεγόμενο σύνδρομο της «κομματικοποίησης» –με τα κόμματα να έρχονται να φρενάρουν τους αγώνες των κινημάτων– έχει τείνει να δώσει τη θέση του (ως απάντηση) στο εξίσου ατελέσφορο δόγμα της μη ανάμειξης: μια στάση που υποστηρίζει ότι τα κόμματα δεν έχουν και δεν πρέπει να έχουν ρόλο και λόγο στη ζωή των κινημάτων. Είναι λάθος! Στην καλύτερη περίπτωση αποκαλύπτει αφέλεια (του τύπου, «οι αγώνες θα πετύχουν έτσι χωρίς στρατηγικό σχέδιο»), στην πιο συνήθη χειρότερη, αποτελεί συνειδητή επιδίωξη εκφυλισμού των αγώνων (μια και χωρίς τέτοιο στρατηγικό σχεδιασμό, οι αγώνες αναπόφευκτα υποχωρούν).
Σε συνεργασία και ανοιχτό διάλογο με κινήματα όπως το νεολαιίστικο-φοιτητικό, τα Αριστερά κόμματα όχι μόνον επιτρέπεται αλλά και οφείλουν να καταθέτουν προτάσεις για την απαραίτητη κλιμάκωση και τον συντονισμό. Είναι κι αυτό μια πρόκληση για το ΜέΡΑ25-Συμμαχία για την Ρήξη, εξαιρετικά κρίσιμη για το παρόν και το μέλλον όχι μόνο των φοιτητικών και νεολαιίστικων αντιστάσεων, αλλά και για το παρόν και το μέλλον των αντιστάσεων ολόκληρης της κοινωνίας.
Ο Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδης, υποψήφιος στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΜέΡΑ25-Συμμαχία για τη Ρήξη, είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Life Member στο Πανεπιστήμιο του Cambridge και διευθυντής του Εργαστηρίου Συγκρουσιακής Πολιτικής (https://lcp.panteion.gr/)
* Το κείμενο αποτελεί εισήγηση στην εκδήλωση με θέμα «Πανεπιστήμια-Νεολαία-Εργασία» που οργάνωσε ο Τομέας Παιδείας του ΜέΡΑ25-Συμμαχία για τη Ρήξη τη Δευτέρα 15 Μαΐου 2023 στην Αθήνα, στον «Κήπο του Αρχαιολογικού Μουσείου».
