Οι εκλογές της 21ης Μαΐου μπορεί να μην ενδιαφέρουν μια μεγάλη μερίδα πολιτών, παρουσιάζουν όμως μεγάλο ερευνητικό και πολιτικό ενδιαφέρον κυρίως όσον αφορά τη συμμετοχή συνδυασμών που εγγράφονται στο φάσμα του δεξιού εξτρεμισμού.
Στο σύνολο των 49 συνδυασμών και μεμονωμένων υποψηφίων, που σύμφωνα με την αριθ. 8/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου κατέθεσαν αίτηση συμμετοχής, οι 21 χαρακτηρίζονται ως υπερσυντηρητικοί ή ακροδεξιοί με βάση τις αρχές και τις διακηρύξεις τους.
Εγκρίθηκε τελικά η συμμετοχή 35 συνδυασμών, ανάμεσά τους 13 ακροδεξιοί. Αλλοι 14 απερρίφθησαν για τυπικούς ή ουσιαστικούς λόγους που αφορούν την ουσία των διατάξεων του άρθρου 29 του Συντάγματος, όπως συνέβη στην περίπτωση του κόμματος Κασιδιάρη. Από αυτούς οι 10 εγγράφονται στο φάσμα του δεξιού εξτρεμισμού.
Η αναλυτικότερη εξέταση των ποιοτικών χαρακτηριστικών του συνόλου των 49 συνδυασμών, με κριτήρια τη χρονολογία ίδρυσης, την έδρα, τον πολιτικό-ιδεολογικό προσδιορισμό και τις βασικές αρχές ή διακηρύξεις τους, οδηγεί σε σημαντικά συμπεράσματα όσον αφορά την πολιτική κατάσταση, ενδεχομένως και την πολιτική προοπτική της χώρας.
Ετσι λοιπόν παρατηρείται ότι από το 2010 έως σήμερα έχουν ιδρυθεί συνολικά 34 συνδυασμοί, ενώ οι 25 από αυτούς ιδρύθηκαν στο διάστημα από το 2020 έως και σήμερα, εκ των οποίων οι 21 εντάσσονται στο φάσμα του δεξιού εξτρεμισμού. Το γεγονός αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στο διάστημα της οικονομικής κρίσης αναπτύχθηκε μια πολιτική κινητικότητα που αυξήθηκε στο επόμενο διάστημα της πανδημίας και ευνόησε περισσότερο τα κόμματα του δεξιού εξτρεμισμού.
Παράλληλα όμως στην τάση αυτή συνέβαλαν η καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης με την αριθ. 2425/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που είχε συνέπεια ποινές κάθειρξης για τα ηγετικά στελέχη της, καθώς και η νομοθετική ρύθμιση για τον εκλογικό αποκλεισμό του κόμματος Κασιδιάρη.
Οι θέσεις των περισσότερων ακροδεξιών συνδυασμών έχουν κοινό άξονα την οικονομική κρίση, τη μετανάστευση και τον προνοιακό σοβινισμό, το δημογραφικό πρόβλημα, την εθνική παρακμή, την αναξιοπιστία των πολιτικών θεσμών και του πολιτικού προσωπικού, την εγκληματικότητα και τη διαφθορά, την αμφισβήτηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της θέσης της χώρας σε αυτήν.
Αντίστοιχα οι διακηρύξεις τους δίνουν προτεραιότητα στα ζητήματα της «ένωσης των Ελλήνων» ή των πατριωτικών δυνάμεων (λ.χ. Πατριωτική Ενωση, Πατρίδα, Κίνημα 21 κ.ά.), της ασφάλειας και της τάξης, ακόμα και της επαναφοράς της θανατικής ποινής (λ.χ. Ελληνική Λύση, Ελληνικό Οραμα κ.ά.). Σε κάποιες περιπτώσεις οι θέσεις τους έχουν εστιάσει σε ζητήματα της συγκυρίας, όπως λ.χ. η διενέργεια ψεκασμών κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, η Συμφωνία των Πρεσπών ή πιο πρόσφατα το αντιεμβολιαστικό κίνημα (λ.χ. Ενώνω, ΤΟΛΜΑ, Ελεύθεροι Ξανά).
Αξιοπρόσεκτο είναι ότι τα εθνικά ζητήματα απασχολούν συνδυασμούς ή μεμονωμένους υποψηφίους με έδρα τη Θεσσαλονίκη ή περιοχές της Μακεδονίας και την Κρήτη (Πατρίδα, ΤΟΛΜΑ, Δύναμη στον Πολίτη), όπου κατά παράδοση είναι αυξημένο το εθνικό αίσθημα.
Η εικόνα αυτή είναι αρκετά συμβατή με την αντίστοιχη κινητικότητα που αναπτύχθηκε και διατηρείται στον χώρο του δεξιού εξτρεμισμού από τη δεκαετία του 2000 στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. Σε αυτήν θα πρέπει επίσης να προστεθούν οι οκτώ συνδυασμοί που ιδρύθηκαν στο διάστημα από το 2010 έως σήμερα, οι οποίοι δεν έχουν ακριβή πολιτικό-ιδεολογικό προσδιορισμό.
Στην κατηγορία αυτή ανήκουν συνδυασμοί που συνδέονται με τα διαστήματα των μνημονίων και της πανδημίας, οι οποίοι χωρίς να απαρνιούνται την πολιτική, να υπερβαίνουν ή να καταργούν τα ιδεολογικά πρόσημα, περιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε διαπιστώσεις που αφορούν συγκυριακά φαινόμενα.
Η πολιτική κινητικότητα που αναπτύσσεται στο φάσμα του δεξιού εξτρεμισμού και τον α-πολιτικό χώρο τις τελευταίες δύο δεκαετίες στην Ελλάδα και την Ε.Ε. είναι συνάρτηση της οικονομικής και πολιτικής κρίσης, της συντηρητικής διακυβέρνησης, παράλληλα με τη συντηρητικότερη μετατόπιση των δεξιών και λαϊκών κομμάτων, της υποχώρησης των αριστερών ιδεών, κυρίως όμως των κοινωνικών κινημάτων που τις τροφοδοτούν.
Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στην περίπτωση της Ελλάδας όπου η διάρκεια και η γενίκευση της κρίσης και η άσκηση μιας ακραία οικονομικά νεοφιλελεύθερης και κοινωνικά συντηρητικής πολιτικής από τη Ν.Δ. έχουν ενισχύσει την εσωστρέφεια, τον ατομισμό και τη συντηρητικοποίηση των αντιλήψεων, των κοινωνικών στάσεων και φυσικά των πολιτικών επιλογών.
Η αδυναμία των «ιστορικών» δημοκρατικών και αριστερών κομμάτων να κατανοήσουν τη νέα πραγματικότητα και φυσικά να την αντιστρέψουν περιορίζει τις όποιες προοπτικές της χώρας στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού και της κοινωνικής προόδου, γεγονός που θα ενισχύσει περισσότερο την κινητικότητα, ίσως και τη συσπείρωση των δυνάμεων του δεξιού εξτρεμισμού. Μοναδική ανατρεπτική ελπίδα σε αυτό η δύναμη της ψήφου.
