Κατά τις επικείμενες κοινοβουλευτικές εκλογές (21 Μαΐου), μεταξύ των άλλων, κρίνεται η ανθεκτικότητα του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Και αυτό συμβαίνει επειδή η χώρα μας εξέρχεται τραυματισμένη από τον 15ετή κύκλο (2008-2023) της οικονομικής και κοινωνικής δυσπραγίας. Όσο και να θέλουν πολλοί να ισχυρίζονται ότι κατά την τελευταία κοινοβουλευτική τετραετία (2019-2023), η Ελλάδα εισήλθε σε μια φάση οικονομικής ανάπτυξης, η ίδια η πραγματικότητα στον κοινωνικό βιόκοσμο (ανεργία, ακρίβεια και γενικευμένη φτώχεια) τούς διαψεύδει.
Επιβάλλεται το πολιτικό σύστημα (πολίτες, πολιτικοί, πολιτικά κόμματα) να αντιληφθεί ότι το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών θα καθορίσει την πορεία της χώρας μας κατά τον 21ο αιώνα. Στις επικείμενες εκλογές θα αποφασίσουμε για τρία θεμελιώδη (θα έλεγα και υπαρξιακά) προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας. Θα αποφασίσουμε για το τι είδους κράτος θέλουμε. Για τον τύπο της οικονομικής ανάπτυξης που ταιριάζει στην κοινωνία μας. Και τέλος, για τον εθνικό αυτοπροσδιορισμό μας σε σχέση με τη γειτονική Τουρκία.
Ας επιχειρήσουμε τώρα μια αναλυτική έκθεση των τριών αυτών ζητημάτων και ας εξετάσουμε πώς οι κυβερνήσεις, τα πολιτικά κόμματα και το πολιτικό σύστημα εν γένει αντιμετώπισαν την επιβίωση της Ελλάδας στις νέες συνθήκες της παγκόσμιας διακυβέρνησης. Θυμόμαστε πως κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, η κυβέρνηση Καραμανλή (2004-2009) ευαγγελίστηκε την «επανίδρυση του κράτους»! Θυμόμαστε επίσης ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη (2019-2023) θεσμοθέτησε το «επιτελικό κράτος». Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ υποστήριξε κατά την περίοδο της δικής του κυβερνητικής θητείας (2015-2019) ότι «έγινε κυβέρνηση, αλλά δεν άσκησε την πολιτική εξουσία».
όσα λοιπόν κάνουν οι κυβερνήσεις κατά τα τελευταία χρόνια, συνοψίζονται στο εξής: το κράτος, η διοικητική μηχανή, είναι το λάφυρο που κατακτά το πολιτικό κόμμα που κερδίζει στις εκλογές. Αυτή η πολιτική πρακτική, δηλαδή το κράτος-λάφυρο, θα επαναληφθεί και κατά τις επικείμενες εκλογές. Όποιο κόμμα κατορθώσει να σχηματίσει κυβέρνηση μετά τις εκλογές του Μαΐου θα «καταλάβει» και το κράτος.
Με άλλα λόγια, υποστηρίζω ότι η εργαλειακή άσκηση της πολιτικής εξουσίας εκ μέρους των ελληνικών κυβερνήσεων (έστω μετά τη Μεταπολίτευση 1974-2010, για να μη φτάσουμε στην ίδρυση του νεωτερικού ελληνικού κράτους) σε σχέση με το «κράτος-λάφυρο» συνδέεται άρρηκτα με την πελατειακή λογική, η οποία αποτελεί το θεμέλιο του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Και το ερώτημά μου διατυπώνεται ως εξής: Ο πολίτης ως πελάτης στις κάλπες για ποιον τύπο κράτους θα ψηφίσει;
Ας εξετάσουμε τώρα τον τύπο ανάπτυξης που θέλουμε για τη χώρα μας. Οι δύο μεγάλες πολιτικο-κοινωνικές παρατάξεις (Δεξιά και Αριστερά), εν όψει των εκλογών δεν έχουν διατυπώσει στον προγραμματικό πολιτικό λόγο τους τι είδους ανάπτυξη ταιριάζει στην Ελλάδα. Εάν πράγματι θεωρούν ότι το αναπτυξιακό σχέδιο του «Ελληνικού» είναι αντιπροσωπευτικό για την Ελλάδα ή εάν το αναπτυξιακό σχέδιο που ονομάζεται «Μύκονος» είναι και αυτό αντιπροσωπευτικό για την Ελλάδα, να βγουν στην πολιτική δημοσιότητα και να το πουν! Κατά την άποψή μου, ούτε η «Μύκονος» ούτε το «Ελληνικό» είναι αναπτυξιακά σχέδια και τελικά και πραγματικότητες που έχουν καμία σχέση με το ελληνικό πνεύμα, την παραδοσιακή αρχιτεκτονική λογική του τόπου μας. Το ερώτημα είναι το εξής: Επιτέλους, έστω και καθυστερημένα (μετά την περίοδο των μνημονίων) αντιληφθήκαμε ως πολιτική κοινωνία ότι χρειαζόμαστε χρήματα για να οργανώσουμε τη ζωή μας και επιτέλους να επιβιώσουμε;
Όσον αφορά το τρίτο ζήτημα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού μας κατά τον 21ο αιώνα, θέλω να επισημάνω το εξής: Είτε το θέλουμε ως Ελλάδα είτε δεν το θέλουμε, οι σχέσεις μας με την Τουρκία θα επαναπροσδιοριστούν. 100 χρόνια (1923-2023) μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης δεν μπορούν δύο σύγχρονα ανεξάρτητα εθνικά κράτη να ζουν υπό το καθεστώς της «φυσικής ιστορίας». Δηλαδή σαν μούμιες και σαν απολιθώματα των δύο προηγούμενων αιώνων. Ο «δρόμος για τη Χάγη» είναι ανοιχτός και οι δύο πρωτεύουσες, Αθήνα και Άγκυρα, τον γνωρίζουν. Και γι’ αυτό το υπαρξιακό ζήτημα των σχέσεών μας με την Άγκυρα, κανένα πολιτικό κόμμα δεν τολμά να μιλήσει! Ενώ στη διπλωματική γλώσσα έχει επικρατήσει ο όρος «συνθήκη του Αιγαίου», η οποία θα αντικαταστήσει τη Συνθήκη της Λωζάννης, κανένα πολιτικό κόμμα δεν μιλάει γι’ αυτό.
Κλείνοντας αυτή τη σύντομη θεωρητικο-πολιτική παρέμβασή μου τονίζω το εξής: Ενώ το αποτέλεσμα των επικείμενων κοινοβουλευτικών εκλογών θα κρίνει το πολιτικό σύστημα που μας κυβερνάει, κανένα πολιτικό υποκείμενο δεν μιλάει γι’ αυτό. Και επιπλέον τα τρία μείζονα πολιτικά και υπαρξιακά ζητήματα της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας έχουν βρεθεί εκτός του πολιτικού επικοινωνιακού λόγου κατά την προεκλογική περίοδο.
*καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
