Η ιστορική εποχή των τριών τελευταίων αιώνων (18ος, 19ος και 20ός) έχει χαρακτηρισθεί ως πολιτική νεωτερικότητα. Και αυτό έγινε στο επίπεδο της θεωρίας και της φιλοσοφίας, επειδή, κατά την ιστορική αυτή φάση της εξέλιξης της ανθρωπότητας, τα δύο συγκροτησιακά συστήματα κάθε ανθρώπινης κοινωνίας, δηλαδή το πολιτικό και το οικονομικό, επινόησαν ένα modus vivendi.
Σύμφωνα με αυτήν την υπερκείμενη συμφωνία ανάμεσα στην οικονομία και την πολιτική, θα έπρεπε να λειτουργήσει ένας δομικός και θεσμικός καταμερισμός εργασίας: άλλη είναι η δουλειά της οικονομίας και άλλο το έργο της πολιτικής και πράγματι μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα το σύστημα του καταμερισμού έργου και εργασίας λειτούργησε αποτελεσματικά.
Αυτό τελικά, κατά την ερμηνευτική άποψή μου, οφείλεται στο γεγονός ότι και τα δύο κοινωνικά συστήματα (δηλ. η οικονομία και η πολιτική) είχαν να αντιμετωπίσουν τη φύση (των προσωκρατικών άραγε;) ως θεσμικό αντικείμενο.
Ο υποκειμενοκεντρικός χαρακτήρας των δύο κυρίαρχων κοινωνικών συστημάτων της πρώιμης πολιτικής νεωτερικότητας ενταφιάσθηκε κατά τους δύο παγκόσμιους πολέμους και ιδιαιτέρως μετά το ανθρώπινο ολοκαύτωμα και τον «θάνατο του ανθρώπου».
Ως ιστορική συνέχεια ή ασυνέχεια (δεν μπορώ ακόμη να απαντήσω) προέκυψε, κατά τη μεταπολεμική ιστορική φάση (μετά το έτος 1949), ένα νέο μοντέλο διαμεσολάβησης ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη δημοκρατία ως συγγενή κοινωνικά συστήματα.
Στο σημείο αυτό, κάνω μια παρένθεση: τα δύο αυτά κοινωνικά συστήματα, για τα οποία μιλάμε, δεν είναι «έργα του Θεού» αλλά δημιουργήματα του ανθρώπου. Αυτό χρειάζεται να το έχουμε υπόψη μας, κάθε φορά που σχεδιάζουμε τύπους διασύνδεσής τους.
Επί σαράντα τόσα χρόνια (1949-1989), στην ευρωπαϊκή ήπειρο (και παγκοσμίως ως φαντασιακό στοιχείο) επικράτησε ένα μοντέλο θετικής διαμεσολάβησης, σύμφωνα με το οποίο η πολιτική ασκεί το έργο της, το οποίο δεν είναι άλλο παρά το «ευ ζην» των πολιτών και η οικονομία από την πλευρά της μεγιστοποιεί το καπιταλιστικό κέρδος.
Σ’ αυτήν την εγγενή κοινωνική αντίφαση, η μεταπολεμική διαμεσολάβηση καπιταλισμού και δημοκρατίας έδωσε μια απάντηση. Και αυτή η απάντηση δεν είναι άλλη από τον «πύργο των Βρυξελλών». Δεν είναι άλλη παρά η «ευρωζώνη». Δεν είναι άλλη από το μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού.
Εάν συνεχίσουμε να ερευνούμε τα ιστορικά δεδομένα μετά το έτος – τομή 1989, θα διαπιστώσουμε ότι το μεταπολεμικό μοντέλο θετικής διαμεσολάβησης ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη δημοκρατία δεν υφίσταται πια.
Ούτε ο καπιταλισμός είναι αυτός που ήταν αλλά ούτε και η δημοκρατία μπορεί να υπάρξει στις σημερινές συνθήκες του «μίσους» που εκτρέφουν οι πληθυσμοί αλλά προπάντων οι ελίτ εναντίον της.
Κατά την άποψή μου, όλα τα πολιτικοοικονομικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν κατά την πρόσφατη τριακονταετία (1990-2020) ανάγονται στις σχέσεις δυσαρμονίας ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη δημοκρατία.
Διανύουμε την τρίτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα και όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι το χρεοκοπημένο μεταπολεμικό μοντέλο συνύπαρξης καπιταλισμού και δημοκρατίας δεν έχει μέλλον.
Ωστόσο, στον πραγματολογικό ορίζοντα αυτού του μοντέλου εξελίσσονται τα «πολιτικά πράγματα» της οικουμένης. Ενα τέτοιο «πράγμα» είναι και η ψηφιακή κοινωνία. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο πολιτικό ζήτημα που χρειάζεται ιδιαίτερη ερμηνευτική επεξεργασία.
Το πολιτικό ενδιαφέρον μου εστιάζεται στο εξής: ως ανθρωπότητα, ως οικουμένη, μπορούμε να «επινοήσουμε» ένα νέο modus vivendi μεταξύ καπιταλισμού και δημοκρατίας. Μπορούμε με άξονα τα κοινωνικά κινήματα του 19ου αιώνα, τις φασιστικές εμπειρίες του εικοστού αιώνα και τα πολιτικά κόμματα της εποχής μας να δημιουργήσουμε τον νέο πολιτικό κόσμο του εικοστού πρώτου αιώνα;
Μπορούμε να «επινοήσουμε» έναν άλλο τύπο διαμεσολάβησης ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη δημοκρατία; Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά μπορεί να είναι καταφατική μόνον στον βαθμό που ο άνθρωπος αναστοχαστεί τις κατακτήσεις του πολιτικού διαφωτισμού και επεξεργασθεί πολιτικά προγράμματα, τα οποία ενισχύουν τη δημοκρατία και εγκαθιδρύουν τη δίκαιη και ανθρώπινη κοινωνία στις συνθήκες της χρηματοπιστωτικής παγκοσμιοποίησης.
*Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
