Εχουμε ως οικονομία τους δικούς μας «εσωτερικούς νόμους» μιας δήθεν ανάπτυξης, τις δικές μας «ενδοσυνάφειες». Οπότε και δεν περίμενε κανείς την ανακοίνωση της Τραπέζης της Ελλάδος για να μάθει το αυτονόητο: το ρεκόρ «άμεσων» ξένων επενδύσεων 20ετίας οφείλεται κατά 80% σε εξαγορές/συγχωνεύσεις εταιρειών και σε αγορές ακινήτων.
Τα πράγματα είναι απλά: δεν έρχονται λεφτά για να ανοίξουν νέες δουλειές, αλλά για να «εξαγοραστούν» υφιστάμενες. Υπάρχει φυσικά και το διεθνές βραχυπρόθεσμο χρηματιστηριακό κεφάλαιο, που όμως φεύγει γρήγορα, μόλις γράψει υπεραξίες από κάθε είδους κερδοσκοπία.
Υπάρχει λοιπόν στα διεθνή οικονομικά η έννοια greenfield investment που αφορά την εκ του μηδενός επένδυση, μια σχεδόν άγνωστη λέξη για την ελληνική οικονομία.
Εμείς φυσικά έχουμε την εύκολη (δήθεν) απάντηση: φόροι, γραφειοκρατία, και το ΠΑΜΕ, διώχνουν τις επενδύσεις.
Καλό το παραμύθι, όμως έχει άλλο δράκο: η Ελλάδα είναι μια οικονομία τύπου «franchise» ελάχιστων εγχώριων ομίλων (με πολυεθνική πλέον δραστηριότητα) που μοιράζονται με master franchise τους «μεγάλους» κλάδους παραγωγής (ενέργεια, δημόσια έργα, τράπεζες, βαριά βιομηχανία) αφήνοντας το retail για άλλους εγχώριους παίχτες (συνήθως υπερχρεωμένους και σχετικά μεσαίους για τα διεθνή δεδομένα).
Τα περισσότερα δε ξένα κεφάλαια που έρχονται ως επενδύσεις στον τουρισμό είναι εξαγορές υπερχρεωμένων πολυτελών ξενοδοχείων ή μαζικές αγορές πολυτελών κατοικιών, οι οποίες κατοικίες στο μεγαλύτερο μέρος τους φτιάχτηκαν με δανεικά και επιδοτήσεις (το δεύτερο εθνικό σπορ μεταπολιτευτικά μετά την αντιπαροχή).
Οι λίγοι λοιπόν ισχυροί στους εκτός τουρισμού κλάδους μικτής οικονομίας (συμπράξεις Δημοσίου-ιδιωτών) υπερσυσσωρεύουν κέρδη και επεκτείνονται με σχετικά χαμηλού κόστους επανεπένδυση κεφαλαίων (ξεκοκαλίζοντας τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις αλλά και τις ελληνικές τράπεζες).
Και φυσικά χωρίς να δίνουν «μέρισμα» από τα κέρδη στους εργαζόμενους (αρκούνται στην εταιρική κοινωνική ευθύνη και τώρα τελευταία στις πράσινες επενδύσεις).
Ταυτόχρονα όμως σε αυτό το καλοστημένο σκηνικό καταφέρνουν και αποκλείουν ξένο κεφάλαιο επιβάλλοντας υψηλό «κόστος εισόδου» (φόροι και γραφειοκρατία) σε όποιον πολυεθνικό όμιλο ή ιδιώτη θέλει να ξεκινήσει μια μακροχρόνια παραγωγική επένδυση από το μηδέν.
Το penetration cost (κόστος διείσδυσης) σε κάθε κλάδο υψηλής απόδοσης περνάει από εξαναγκαστική συνεργασία με τον leader ή με το ολιγοπωλιακό καθεστώς.
Οι μεγάλοι εγχώριοι καπιταλιστές, αφού πρώτα έμαθαν καλά πώς να φοροαποφεύγουν «σπρώχνοντας» κέρδη με τη δημιουργική λογιστική των ενδοομιλικών συναλλαγών, εξασφαλίζουν με την εγχώρια μιντιακή και πολιτική διαπλοκή το πώς να «παραμένει» κομματικό, φορομπηχτικό και γραφειοκρατικό το ελληνικό κράτος για τους ξένους επενδυτές.
* οικονομολόγος
