Κωστής Καζαμιάκης 1*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ιλιάς, ραψωδία Μ` 178- 327.

Οι Αχαιοί είχαν ανάψει μεγάλες φωτιές γύρω από το τείχος και προσπαθούσαν να κρατήσουν μακριά τον Έκτορα από το κάστρο και τα πλοία. Οι γενναίοι Λαπίθες με τον αρχηγό τους Πολυποίτη τον γιο του Πειρίθου άρχισαν νέα συμπλοκή με τους Τρώες. Ο Δάμασος έπεσε νεκρός αφού το κοντάρι του Πολυποίτη διαπέρασε το χάλκινο κράνος και τον έριξε άψυχο στη γη. Μετά σκοτώνει τον Πύλωνα κι έπειτα τον Όρμενο. Ο Λεοντεύς με το κοντάρι του πήρε τη ζωή του Ιππόμαχου το γιο του Αντιμάχου, χτυπώντας τον στη ζώνη. Μετά ασυγκράτητος, σαν τον ίδιο τον Άρη, ο Λεοντεύς με το σπαθί του παίρνει τη ζωή των: Αντιφάτη, Ιαμενού, Μένωνα, Ορέστη. Όλοι στη γη ξαπλώσανε χωρίς ψυχή και ζήση.

Την ίδια ώρα στο μυαλό του Έκτορα του μέγα, σκέψεις τον βασανίζανε πως θα διαβούν την τάφρο το κάστρο να γκρεμίσουνε και έπειτα τα πλοία ‘όλα να πυρπολήσουνε και στάχτη να τα κάνουν. Δίπλα του άξιος, τρανός πάντα του παραστέκει ο Πολυδάμας ο σοφός που όλα τα γνωρίζει. Οι δυο μεγάλοι μαχητές δεν έβρισκαν τον τρόπο το πρόβλημα να λύσουνε να κάψουνε τα πλοία.

Μ`, 200. Κι αυτή την ώρα τη βαριά σημάδι από τον Δία τον ουρανό διέσχιζε και όλοι το προσέξαν. Αητός στα ύψη πέταγε,  αριστερά τον βλέπαν, και στα γαμψά του ακρόνυχα κρατούσε μέγα δράκο, φίδι μεγάλο φοβερό, με αίματα γεμάτο. Το φίδι το τεράστιο πάλευε να ξεφύγει από τον μέγα αητό που το` χε `χμαλωτίσει. Πάλευε και σπαρτάριζε και στριφογυριζόταν ώσπου τον μέγα αητό εδάγκασε στο στήθος κοντά στον δυνατό λαιμό πληγή μεγάλη ανοίγει. Ο μέγας ο χρυσαετός σφαδάζει από τους πόνους και πια δεν έχει δύναμη το φίδι να κρατήσει. Ο δράκοντας ο φοβερός, το φίδι το μεγάλο, έπεσε άψυχο, νεκρό στο στράτευμα των Τρώων. Το υπερήφανο πουλί δεν έχει ζήση πλέον και τα φτερά του τα χρυσά όσο μπορεί τ` ανοίγει και στου ανέμου τις πνοές πλανάρει κι ύψος χάνει ωσότου  κάπου μακριά, πέφτει νεκρό στο χώμα αφήνοντας θρηνητικές κλαγγές μέσα στη μαύρη νύκτα. Οι Τρώες φοβηθήκανε με όλα όσα είδαν και το μεγάλο δράκοντα, το πλουμισμένο φίδι, να κείτεται κάτω στη γη, διηπετές σημάδι.

Ο Πολυδάμας μίλησε στον Έκτορα και του `πε. « Έκτορα σπάνια συμφωνείς με τη δική μου γνώμη στις γενικές που κάνουμε εμείς τις συνελεύσεις. Εσύ `σαι ο μέγας αρχηγός κι ο λόγος σου περνάει. Όμως και μένα άκουσε αυτήν την κρίσιμη ώρα. Δεν πρέπει να περάσουμε αυτήν εδώ την τάφρο και να βρεθούμε απέναντι στων Αχαιών το κάστρο γιατί με τα σημάδια του μας έδειξε ο Δίας πως πρέπει να αφήσουμε τα σχέδια που έχεις. Το `δαμε πεντακάθαρα του Δία το σημάδι, τον αητό που πέταγε ψηλά ζερβά με φίδι στα ακρόνυχα στο αίμα βουτηγμένο. Όμως και ο χρυσαετός και ο στικτός ο δράκος τώρα στο χώμα κείτονται χωρίς ψυχή και ζήση. Έκτορα φίλε κι αρχηγέ αν πάμε όπως θέλεις και σπάσουμε απέναντι των Αχαιών τις πύλες κι αλώσουμε το κάστρο τους κι εκείνοι κάνουν πίσω αφήνοντας τα τείχη τους θα πάνε στα καράβια σκληρά να πολεμήσουνε  για τα σώσουν όλα, αμέτρητες απώλειες θα έχουμε απ` εκείνους. Αυτά θα έλεγε Έκτορα μάντης σοφός μεγάλος που τα σημάδια του Διός γνωρίζει να διαβάζει. Το φίδι και ο αετός τα δυο του Δία ζώα είναι νεκρά και διαλαλούν και το δικό μας τέλος».

Ο Έκτορας απάντησε με ταραχή μεγάλη:

« Τα λόγια αυτά που άκουσα καθόλου δε μ` αρέσουν και σκέψεις ξέρω ορθότερες πως έχεις στο μυαλό σου, κι άλλη βουλή να δώσεις δύνασαι καλύτερη από τούτη. Μήπως όμως σου σάλεψαν τα φρένα οι θεοί μας; Για πες μου Πολυδάμαντα ποια πρέπει ν` υπακούμε αυτά που μας διδάσκει ο Ζευς ή τα πουλιά ν` ακούμε; Αν τα πουλιά πετούν ψηλά, πίσω ή στα ζερβά μας; Δε νοιάζομαι εγώ γι` αυτά ούτε τα λογαριάζω, αν το πρωί εμφανιστούν ή μέσα στο σκοτάδι, στ` αριστερά, στα δεξιά κι όπου αλλού πετάνε, μου ειν` αδιάφορο εντελώς καλέ μου Πολυδάμα. Ο μόνος νόμος για εμέ είναι του Δία ο λόγος, αυτός που λέει δυνατά και όλοι τον ακούνε: Ο κάλλιστος των οιωνών και όλων των σημείων είναι για την πατρίδα σου να δίνεις τη ζωή σου: εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης, Μ` 243.

Μ`, 250. Αν Πολυδάμα εσύ δεν θες στον πόλεμο να πάμε και θες να φύγεις αποδώ να ξέρεις δε διστάζω μ` ετούτο το κοντάρι μου ευθύς να σε σκοτώσω. Έτσι θα κάνω και γι αυτόν που θα λιποτακτήσει».

Ό Έκτωρ τράβηξε μπροστά κι οι άλλοι ακολουθούσαν μ` ουρανομήκης ιαχές. Ο Δίας απ` την κορυφή της ιερής της Ίδης σήκωσε ανεμοστρόβιλο στων Αχαιών τα τείχη. Οι Τρώες αναθάρρησαν και πέσανε στο κάστρο να το γκρεμίσουν θέλανε με του Διός βοήθεια. Τους ορθοστάτες κούναγαν που όλα τα στηρίζουν και θέλανε το χαλασμό να φέρουν στα μπεντένια με εργαλεία και μοχλούς  θέλανε να το ρίξουν. Τις αντηρίδες κτύπαγαν που στήριζαν τους πύργους  όλα να τα τσακίσουνε κοιτάζανε οι Τρώες. Από την άλλη οι Αχαιοί μάχη σώμα με σώμα μ` όλους τους Τρώες έδιναν για να τους ανακόψουν και να τους εμποδίσουνε στα πλοία τους να φτάσουν. Οι Αίαντες κι οι δυο μαζί ήταν πάνω στους πύργους και με πολεμικές κραυγές τους Αχαιούς στηρίζαν καθώς και με τα βέλη τους και πέτρες που πετούσαν. Σ` άλλους γλυκομιλούσανε για τις επιτυχίες και σ` άλλους φώναζαν σκληρά για τις αποτυχίες.

Φωνάζανε οι Αίαντες οι πολεμοθρεμμένοι: «  Μπροστά τραβάτε σύντροφοι, τους αρχηγούς ακούτε, κανένας από τους εχθρούς μην τύχει και περάσει και στα καράβια μας διαβεί και στη φωτιά τα δώσει».

Ο Σαρπηδών, με την ενθάρρυνση του πατέρα του Δία, όρμησε σαν λιοντάρι σε κοπάδι βοδιών.  Κρατούσε την λεπτοδουλεμένη, μεγάλη και ασφαλή ασπίδα του και δυο κοντάρια έπαλλαν στα χέρια του.

Μ`, 300.  Όρμησε σαν τον λέοντα που μύρισε το κρέας από κατσίκια και αρνιά που είναι μες στη μάντρα και τα φυλάνε τα σκυλιά και οι βοσκοί με λόγχες. Όμως ο λιόντας χύνεται κι αρπάζει ένα ζώο και μ` ένα πήδο βρίσκεται έξω απ` τη μάντρα πάλι. Τον Σαρπηδόνα όμοια κινούσε η θεία τόλμη  να πεταχτεί στο τείχος τους και μες στους προμαχώνες  δρόμο πλατύ και άνετο αυτός  διανοίξει.

Στου Ιππολόχου τον υιόν, τον Γλαύκον ευθύς είπε:

«Γλαύκε, αναρωτήθηκες ποτέ γιατί εμείς οι δύο απολαμβάνουμε τόσο μεγάλες τιμές στην πατρίδα μας την Λυκία; Γιατί μας λογαριάζουν σαν θεούς στον όμορφο τόπο μας; Η γη μας είναι εύφορη σιτοφόρα, στις όχθες του Ξάνθου, και με πολλά δέντρα. Έχουμε πάντα πλούσια φαγητά, ψητά κρέατα και υπέροχο κρασί σε χρυσές κούπες. Έχουμε χρέος να πολεμήσουμε γενναία και να δοξαστούμε και να χαίρονται οι πατριώτες όταν τους λένε:

« Σπουδαίους έχετε αρχηγούς, στον πόλεμο λιοντάρια, πρέπει να καμαρώνετε γι αυτούς  εις την Λυκία. Αξίζουν τα ερίφια και το κρασί που πίνουν γιατί στις μάχες σαν θεριά παλεύουν και νικάνε. Γλαύκε εδώ σε πρότρεψα εγώ, να ρθεις να πολεμήσεις, γιατί ας είσαι και μικρός το λέει η καρδιά σου. Ο πόλεμος ο αντροφονιάς δοξάζει τους ανθρώπους και μόνο οι αθάνατοι δεν πολεμούν με όπλα. Κανείς δε δύναται θνητός τον Άδη ν` αποφύγει. Εμπρός λοιπόν στον πόλεμο να μας δοξάσουν άλλοι ή να δοξάσουμε εμείς άλλους αντρειωμένους. Άλλοι για μας θα καυχηθούν ή εμείς θα καυχηθούμε.

1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.