Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το ερώτημα που πλανάται αυτές τις ημέρες στη Βιέννη είναι εάν μέσα στις επόμενες εβδομάδες θα δοθεί ένα τέλος σε αυτή ή θα κορυφωθεί η «πορεία αυτοκτονίας» που χαρακτηρίζει εδώ και μήνες το (από το 1970 και μετά, για σχεδόν πενήντα χρόνια, πρώτο πολιτικό κόμμα στην Αυστρία, που, επιπλέον, ηγούνταν μέχρι το 2017 σχεδόν όλων των κυβερνήσεων) Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα -τότε Σοσιαλιστικό, του ιστορικού καγκελάριου Μπρούνο Κράισκι- εξαιτίας της διαρκούς υπονόμευσης από τη δεξιά πτέρυγά του της σημερινής αρχηγού του, της Παμέλα Ρέντι-Βάγκνερ, της πρώτης γυναίκας επικεφαλής του στα πάνω από 130 χρόνια ιστορίας του κόμματος.

Ηδη από την εκλογή της σε νέα αρχηγό του κόμματος τον Νοέμβριο του 2018, με συντριπτική πλειοψηφία 98%, η σήμερα 52χρονη Παμέλα Ρέντι-Βάγκνερ αμφισβητούνταν, αρχικά έμμεσα και αργότερα ανοιχτά, από τον τοπικό αρχηγό των Σοσιαλδημοκρατών και τοπικό κυβερνήτη στο ομόσπονδο κρατίδιο Μπούργκενλαντ, Χανς Πέτερ Ντόσκοτσιλ, θεωρούμενο εκφραστή της δεξιάς κομματικής πτέρυγας.

Ο Ντόσκοτσιλ, ώς τότε αστυνομικός διοικητής σε αυτό το κρατίδιο, είχε «κάνει όνομα» κατά την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης του 2015, ενώ στη συνέχεια διετέλεσε υπουργός Αμυνας στην τελευταία αυστριακή κυβέρνηση συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών και δεξιού Λαϊκού Κόμματος που βρισκόταν στην εξουσία μέχρι τον Δεκέμβριο 2017, για να εκλεγεί αργότερα στις εκεί τοπικές εκλογές και να παραμένει ώς σήμερα τοπικός κυβερνήτης στο Μπούργκενλαντ.

Ο ίδιος, στο πλαίσιο της υπονόμευσης από μέρους του της Παμέλα Ρέντι-Βάγκνερ, έθετε σε δημόσιες εμφανίσεις και δηλώσεις του, εδώ και πάνω από έναν χρόνο, θέμα ηγεσίας του κόμματος, παραγγέλνοντας μάλιστα και δικές του δημοσκοπήσεις, στις οποίες φερόταν ως ο καταλληλότερος να αναλάβει την αρχηγία των Αυστριακών Σοσιαλδημοκρατών.

Χαρακτηριστικό της επιζήμιας μέχρι καταστροφικής για το κόμμα συμπεριφοράς του είναι, σύμφωνα με τους παρατηρητές, το γεγονός ότι ενώ πριν από έναν χρόνο οι Σοσιαλδημοκράτες βρίσκονταν στις δημοσκοπήσεις σταθερά στην πρώτη θέση με ένα άνετο ποσοστό 29,3% (σχεδόν δέκα ποσοστιαίες μονάδες από το δεύτερο Λαϊκό Κόμμα), σήμερα, σχεδόν δεκαοκτώ μήνες πριν από τις επόμενες βουλευτικές εκλογές το φθινόπωρο 2024, το ποσοστό τους όχι μόνο μειώθηκε στο 24,7%, αλλά υπολείπονται από το πρώτο πλέον στις δημοσκοπήσεις, ακροδεξιό εθνικιστικό Κόμμα των Ελευθέρων που βρίσκεται ήδη στο 28,8%.

Επειτα από εκκλήσεις της αρχηγού του κόμματος να ξεκαθαρίσει επιτέλους τη θέση του, ο Ντόσκοτσιλ ανακοίνωσε στα μέσα Μαρτίου ως στόχο του να διεκδικήσει ως υποψήφιος των Σοσιαλδημοκρατών το αξίωμα του ομοσπονδιακού καγκελάριου στις επόμενες εκλογές, θέτοντας τον εαυτό του αντίπαλο της σημερινής αρχηγού του, σε μια άμεση ψηφοφορία από τα έως τώρα 140.000 εγγεγραμμένα κομματικά μέλη, αριθμός που την τελευταία εβδομάδα αυξήθηκε με την εγγραφή 9.000 νέων μελών.

Σε πρόσφατες συνεδριάσεις της διοικούσας επιτροπής και του προεδρείου του κόμματος αποφασίστηκε μια προσφυγή στα μέλη, τα οποία θα ερωτηθούν, μέσα στο χρονικό διάστημα μεταξύ 24 Απριλίου και 10 Μαΐου, ως προς την εκλογή νέου αρχηγού, η οποία, όμως, ύστερα από επίκληση των σχετικών κανονισμών του καταστατικού του κόμματος, τελικά θα γίνει από ένα έκτακτο συνέδριο που προγραμματίζεται για την 3η Ιουνίου.

Με τον τρόπο αυτό, αποφεύχθηκε την τελευταία στιγμή το επαπειλούμενο «φιάσκο» από μια «εκλογή» του αρχηγού απευθείας από τα μέλη, μέσα από ένα είδος «δημοψηφίσματος» της κομματικής βάσης, καθώς εμφανίστηκαν ξαφνικά -εκτός των δύο αρχικά υποψηφίων, Ρέντι-Βάγκνερ και Ντόσκοτσιλ και ενός τρίτου, του δημάρχου της πόλης Τραϊσκίρχεν, Αντρέας Μπάμπλερ, όπου βρίσκεται το γνωστότερο κέντρο υποδοχής προσφύγων στη χώρα- άλλοι 73 «υποψήφιοι» να διεκδικούν «στα σοβαρά ή κάνοντας πλάκα» την αρχηγία των Σοσιαλδημοκρατών.

Εστω και την τελευταία στιγμή, για αυτές τις «υποψηφιότητες», στο πλαίσιο του «δημοψηφίσματος» της κομματικής βάσης, τέθηκαν ορισμένες προϋποθέσεις, όπως να υπάρχουν 30 υπογραφές στήριξης για κάθε υποψηφιότητα, να έχουν «καθαρό» μητρώο, να έχουν δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι στην Αυστρία, αλλά και να καταθέσουν βιογραφικά τους στην ιστοσελίδα του κόμματος. Τελικά, οι μόνοι που πέρασαν τη βάση ήταν οι τρεις προαναφερθέντες υποψήφιοι.

Στην ιστορία των 130 και πλέον χρόνων των Αυστριακών Σοσιαλδημοκρατών, οι οποίοι μεταπολεμικά ηγούνταν όλων των αυστριακών κυβερνήσεων από τον Μάρτιο του 1970 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2017 (με εξαίρεση μόνον το διάστημα 2000-2006 της πρώτης δεξιάς-ακροδεξιάς διακυβέρνησης της χώρας, την οποία ακολούθησε μια δεύτερη μεταξύ 2017 και 2019 υπό τον καγκελάριο Σεμπάστιαν Κουρτς), η Παμέλα Ρέντι-Βάγκνερ είναι η πρώτη γυναίκα αρχηγός τους.

Η σημερινή αρχηγός των Σοσιαλδημοκρατών, με αστικο-φιλελεύθερη προέλευση και με «λαμπρή», όπως τονίζεται, επαγγελματική σταδιοδρομία ως γιατρός και ανώτατη διευθυντική υπάλληλος του υπουργείου Υγείας, είχε αναλάβει την ηγεσία το 2016 ως υπουργός στην τότε τελευταία κυβέρνηση συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών και δεξιού Λαϊκού Κόμματος.

Επειτα από την απώλεια από τους Σοσιαλδημοκράτες της πρώτης θέσης στις εκλογές του Οκτωβρίου 2017 και του Σεπτεμβρίου 2019, η ίδια είναι επικεφαλής της αυστριακής αντιπολίτευσης, αντιμετωπίζοντας αρχικά έναν κυβερνητικό συνασπισμό Δεξιάς-Ακροδεξιάς και στη συνέχεια εκείνον (μέχρι σήμερα) Δεξιάς και Πράσινων, κυρίως απέναντι στη σκληρή μεταναστευτική πολιτική τους, αλλά και σε σειρά άλλων κοινωνικών θεμάτων.

«Οχι στον ρατσισμό, όχι στον αντισημιτισμό, όχι στον αντιισλαμισμό, γιατί διαφορετικά θα αυτοπαραδοθούμε», αναφέρει η Παμέλα Ρέντι-Βάγκνερ χαρακτηριστικά, καταδικάζοντας επίσης με πλήρη σαφήνεια τις «πατριαρχικές δομές», καθώς η ίδια αυτοπροσδιορίζεται «φεμινίστρια», στέλνοντας ταυτόχρονα μηνύματα και στο εσωτερικό του κόμματός της, προφανώς και στον αντίπαλό της πλέον για την αρχηγία του.

Ενα μεγάλο χάσμα ανάμεσα στους δύο υποψηφίους είναι το γεγονός ότι ο Χανς Πέτερ Ντόσκοτσιλ δεν αποκλείει έναν μελλοντικό συνασπισμό των Σοσιαλδημοκρατών με το ακροδεξιό εθνικιστικό Κόμμα των Ελευθέρων, κάτι που είχε κάνει στο Μπούργκενλαντ ο προκάτοχός του ως εκεί κυβερνήτης, Χανς Νισλ (επίσης Σοσιαλδημοκράτης), παραβιάζοντας ένα πάγιο «ταμπού» για τους Σοσιαλδημοκράτες. Κι αυτό, γιατί σε συνέδριά του το κόμμα έχει επανειλημμένα απορρίψει ομόφωνα και πανηγυρικά, με ψηφίσματα, αποφάσεις και διακηρύξεις του, οποιαδήποτε συνεργασία με την «ξενόφοβη, ρατσιστική, αντισημιτική και με ναζιστικές προσεγγίσεις» Ακροδεξιά της χώρας, απόρριψη που σέβεται απόλυτα και διατρανώνει με κάθε ευκαιρία η Παμέλα Ρέντι-Βάγκνερ.

Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Αυστρίας είχε γνωρίσει τη μεγαλύτερη άνθησή του την εποχή που ήταν αρχηγός του ο ιστορικός καγκελάριος της Αυστρίας Μπρούνο Κράισκι, ο οποίος κυβέρνησε επί 13 χρόνια με αυτοδύναμες κυβερνήσεις διαθέτοντας στη Βουλή απόλυτη πλειοψηφία άνω του 50% στο χρονικό διάστημα 1971-1983 και το Σοσιαλιστικό Κόμμα του -και αργότερα Σοσιαλδημοκρατικό- αριθμούσε το 1980 πάνω από 730.000 εγγεγραμμένα μέλη.