Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα φαρμακο- βότανα της Αγαμήδης.

Ἀγαμήδην, ἣ τόσα φάρμακα ᾔδη ὅσα τρέφει εὐρεῖα χθών. Λ` 741.

ΙΛΙΑΣ, Ραψωδία Λ`, 645- 848΄.

Λ`, 645. Ο Νέστορας μόλις είδε τον Πάτροκλο σηκώθηκε από το κάθισμα του, τον καλοδέχθηκε και του πρόσφερε θέση δίπλα του. Δεν κάθισε ο Πάτροκλος και μίλησε αμέσως στον Νέστορα το βασιλιά της Πύλου της ωραίας:

« Δεν θα καθίσω γέροντα γιατί πολύ φοβάμαι πως ο δικός μου αρχηγός ο μέγας Αχιλλέας θα μου θυμώσει που εγώ έχω, με σας φιλίες. Εκείνος μ` έστειλε εδώ να μάθω τα μαντάτα και ποιον με τραύμα σοβαρό είχες στ` αμάξι μέσα.

Λ`, 650. Όμως τον βλέπω τώρα δα και είναι ο Μαχάων γι` αυτό θα σπεύσω να το πω στον θείο Αχιλλέα, θα κάνω ότι μου χει `πει να μην κακοκαρδίσει».

Ο Νέστωρ με απορία είπε στον Πάτροκλο: « Πως γίνεται ο Αχιλλέας να δείχνει τόσο ενδιαφέρον για τον τραυματισμένο Μαχάονα και να μη νοιάζεται καθόλου για τους αρχηγούς που βρίσκονται λαβωμένοι στα πλοία; Ο Διομήδης είναι ένας απ` αυτούς αλλά και ο Οδυσσέας και ο αρχηγός Αγαμέμνων και ο Ευρύπυλος. Τι περιμένει πια ο Πηλείδης; Να μας σφάξουν οι Τρώες όλους και να κάψουν τα πλοία μας; Εγώ αγαπητέ Πάτροκλε δεν έχω τραυματιστεί όμως έχω γεράσει, δεν έχω πια τη δύναμη που είχα κάποτε. Κανείς δεν μπορούσε να με νικήσει τότε που νέος σκότωσα με κοντάρι τον Ιτυμονήα από την Ήλιδα. Όσοι αγρότες τον υποστήριζαν το έβαλαν στα πόδια και πήραμε εμείς από τον πλούσιο αυτόν τόπο πολλά πλούσια λάφυρα: Πενήντα κοπάδια βοδιών, πενήντα κοπάδια χοίρων, πενήντα κοπάδια αιγών και ακόμα τόσα κοπάδια προβάτων. Επιπλέον εκατόν πενήντα πανέμορφες, με ξανθές χαίτες, φοράδες που οι περισσότερες είχαν μικρά πουλάρια. Όλα αυτά τα κοπάδια τα πήγαμε στην Πύλο στο βασιλιά πατέρα μου τον θεϊκό Νηλέα που ένιωσε μεγάλη ευχαρίστηση που τα κατάφερα τόσο καλά και πήρα τόσα λάφυρα αν και ήμουν πολύ νέος. Φτάσαμε στην Πύλο νύκτα. Οι κήρυκες, χαράματα κάλεσαν το λαό να μαζευτεί το πρωί για να γίνει μοιρασιά από τους δημογέροντες. Στον πόλεμο με τον Ηρακλή και το στρατό του από την Ήλιδα είχαμε ολέθριες απώλειες. Δώδεκα γιοι του πατέρα μου έπεσαν στις μάχες και σώθηκα μόνο εγώ. Όλοι σχεδόν οι μαχητές της Πύλου χάθηκαν από τον ανίκητο Ηρακλή και το στρατό του.

Στη μοιρασιά της λείας από την Ήλιδα ο πατέρας μου Νηλέας έλαβε ένα κοπάδι βόδια και τριακόσια πρόβατα με τους βοσκούς τους. Ακόμα πήρε τέσσερα δυνατά άλογα με τα` αμάξια τους που είχαν φέρει νίκες σε πολλούς αγώνες ιππικούς.

Λ`, 700. Έτσι κάπως πληρώθηκε η μεγάλη προσβολή του βασιλιά Αυγεία της Ήλιδας. Αυτή η ύβρις, η μεγάλη προσβολή στο λαό των Πυλίων, ήταν γιατί κράτησε τα τέσσερα περίφημα άλογα με τ` άρματα τους, που έστειλε ο βασιλιάς μας σε αγώνες εκεί.

Πέρασαν τρεις μέρες με γιορτές και θυσίες ώσπου στην Πύλο φτάσανε αμέτρητοι εχθροί με άρματα και ίππους που ζητούσαν εκδίκηση για τα λάφυρα που πήραμε. Μαζί τους οι Μολίονες που παλιά ήταν δικοί μας σύμμαχοι. Περικύκλωσαν πρώτα την κοντινή μας πόλη Θρυούσσα. Η θεά Αθηνά βλέποντας την αδικία από τον Όλυμπο, έφτασε μέσα στη νύκτα να μας συμβουλεύσει να οπλιστούμε όλοι για να αντιμετωπίσουμε τους πολυάριθμους εισβολείς. Η θεά προέτρεψε και μένα που ήμουν πολύ νέος να ετοιμαστώ για τον πόλεμο όμως ο βασιλιάς πατέρας μου δεν ήθελε να πολεμήσω και μου έκρυψε τα άλογα μου. Εγώ όμως διακρίθηκα και χωρίς άλογα, πεζός ανάμεσα στους ιππείς με την θεϊκή βοήθεια της παντοδύναμης Αθηνάς της κόρης του Δία. Συναχθήκαμε στον ποταμό Μινύειον που ρέει στην Αρήνη και χύνεται έπειτα στη θάλασσα.

Το στράτευμα μας όρμησε με όλα τ’ άρματά του και στον ποτάμιο θεό τον Αλφειό σιμώνει. Θυσία τότε κάναμε στον Δία τον Κρονίδη. Μια αγελάδα προσφορά στην Αθηνά Παλλάδα, ταύρο στον θείο Αλφειό, ταύρο στον Ποσειδώνα, θυσίες κάναμε πολλές σε όλους τους θεούς μας. Μετά χορτάσαμε και μείς με φαγητά και οίνο κι έπειτα κοιμηθήκαμε στου Αλφειού τις όχθες με τα τρεχούμενα νερά γλυκά να κελαρύζουν. Τα άρματα τα είχαμε μαζί μας και στον ύπνο.

Οι εισβολείς Επειοί όλο και πλησίαζαν την πόλη Θρυούσσα για την καταστρέψουν. Τα δύο στρατεύματα πλησίαζαν το ένα το άλλο.. Και από τις δυο μεριές ζητούσαν την προστασία του Δία και της Αθηνάς.

Οι Πύλιοι κι οι Επειοί μπλεχτήκαμε στη μάχη και πρώτος εγώ σκότωσα τον Μούλιο τον μέγα που του Αυγεία την ξανθή πρωτόκορη Αγαμήδη είχε εκείνος νυμφευτεί κι ομόκλινη την είχε. Η Αγαμήδη γνώριζε του κόσμου τα βοτάνια και πόση αξία είχανε για όλους τους ανθρώπους Λ`, 741). Του πήρα και τα άλογα και τ` όμορφο αμάξι του πήρα και τα άρματα κι όλη τη ντυμασιά του. Οι Επειοί φοβήθηκαν σαν χάσανε τον πρώτο τον δυνατό ακοντιστή τον Μούλιο τον θρύλο που των ιππέων αρχηγός ήταν σ` αυτή τη μάχη. Χύθηκα πάνω τους ευθύς σαν μαύρη καταιγίδα. Πάνω στο άρμα ήμουνα του Μούλιου του μέγα και με ορμή ασίγαστη πήρα πενήντα αμάξια σκοτώνοντας τους άντρες τους, δυο από κάθε άρμα.

Λ`, 750. Ακόμα τους Μολίονες θα έπαιρνα φαλάγγι αλλά ο μέγας Ποσειδών, της γης ο κόσμο σείστης, με σύθαμπο τους σκέπασε και δεν φαινόταν πλέον. Νίκη μεγάλη πήραμε με του Διός τη χάρη και της Παλλάδας Αθηνάς τη θεϊκή βοήθεια. Σκοτώσαμε πολλούς εχθρούς τους πήραμε τα όπλα, τους ίππους και τα άρματα εκεί στον κάμπο μέσα δίπλα στις όχθες τ` Αλφειού του θείου ποταμού μας. Έπειτα με τη συμβουλή της Αθηνάς Παλλάδας στρέψαμε να γυρίσουμε στη λατρευτή μας Πύλο.

Όλοι οι άντρες ύμνησαν με πάθος ένα νέο που νίκησε μονάχος του των Επειών τα πλήθη. Αυτός ο νέος Πάτροκλε ήμουν εγώ ο ίδιος που μόνος μου ενίκησα ένα στρατό σπουδαίο, και θάρρος γέμισα και φως όλους μας τους Πυλίους. Έτσι διακρίθηκα εγώ και ήμουν τόσο νέος.

Ο Αχιλλέας πείσμωσε και τώρα μας αφήνει στο έλεος του Έκτορα όλους να μας ξεκάνει. Όμως στα είπα όλα αυτά εσύ να καταλάβεις πως ένας μόνος του μπορεί τον πόλεμο να πάρει, αν τον πιστεύει ο στρατός και οι θεοί στηρίζουν την κάθε μας προσπάθεια, την καθεμιά μας μάχη. Ήθελα και να ήξερα Πάτροκλε αγαπημένε πως το μπορεί ο Αχιλλεύς να μας αφήνει μόνους απέναντι στον Έκτορα που φόβο δεν γνωρίζει και δεν θ` αργήσει η στιγμή τα πλοία μας να κάψει κι όλους εμάς τους άμοιρους να αποκεφαλίσει! Τότε θα είναι πια αργά για όλους τους Αργείους.

Θυμήσου καλέ μου Πάτροκλε την ώρα που ο πατέρας σου Μενοίτιος σου είπε να συνταχθείς σ` αυτόν τον πόλεμο με τον Αγαμέμνονα και εμάς όλους. Ήμουν στο ανάκτορο του Πηλέα, του πατέρα του Αχιλλέα, μαζί με τον φίλο μου τον Οδυσσέα. Εκεί ήταν και ο πατέρας σου ο Μενοίτιος αγαπητέ Πάτροκλε, όπως και εσύ ο ίδιος και βέβαια ο ισόθεος Αχιλλέας. Στην αυλή ο βασιλιάς Πηλέας πρόσφερε θυσία τον Δία και έκανε χοές γλυκού οίνου με χρυσή κούπα στον βωμό με το παχύ κρέας της θυσίας. Μας υποδέχθηκε με όλες τις τιμές της ιερής φιλοξενίας ο Αχιλλέας και μας πρόσφερε θέση στο τραπέζι.

Χαρήκαμε τόσο πολύ αυτό το φαγοπότι που δεν θα το ξεγράψουμε ποτέ από τη μνήμη. Πρώτος εγώ σας πρότεινα να έλθετε μαζί μας τους Τρώες να κτυπήσουμε που τόσο μας προσβάλαν. Οι πατεράδες οι δυο πολλά σας συμβουλεύαν και με μεγάλη προσοχή και σεβασμό μεγάλο σε όλα συμφωνούσατε. Του Αχιλλέα ο πατήρ ο θεϊκός Πηλέας του `λεγε πρώτος να φανεί σε όλες τις συγκρούσεις, άριστος και ανίκητος όπως του πρέπει νάναι. Θυμάμαι ο πατέρας σου τι έλεγε σε σένα:

«Παιδί μου, αν ο Αχιλλεύς στο γένος και στη ρώμη είναι ανώτερος σου, εσύ `σαι πιο μεγάλος στα χρόνια και πιο έμπειρος και σίγουρα οι απόψεις σου θα λαμβάνονται υπ` όψιν από τον ανίκητο Αχιλλέα».

Μην τα ξεχνάς αυτά που είπε ο πατέρας σου και βάλε τα δυνατά σου να συμβουλεύσεις σωστά τον Αχιλλέα για το καλό όλων μας. Εγώ είμαι σίγουρος αγαπητέ Πάτροκλε ότι μπορείς ν` αλλάξεις τη γνώμη του Αχιλλέα με τα σοφά λόγια σου και των θεών τη χάρη. Αν κάποιος μπορεί να συγκινήσει την ψυχή του αυτός είσαι εσύ, ο αγαπημένος του φίλος, γιατί ο καλός λόγος του φίλου κάνει θαύματα. Ακόμα και αν έχει ζητήσει τον όλεθρο από την θεά μητέρα του Θέτιδα, για όλους εμάς τους Αχαιούς, εσύ μπορείς να τον πείσεις να της αλλάξει γνώμη.

Αν πάλι εκείνος δεν δεχτεί στις μάχες να γυρίσει τότε να δώσει σε εσέ τα όπλα και τα ρούχα και όλοι να νομίζουνε πως είσαι ο Αχιλλέας. Οι Τρώες τότε θα σκεφτούν και πίσω θα γυρίσουν και δεν θα πάει ο Έκτορας τα πλοία μας να κάψει.

Λ`, 800. Θα πάρουν μια ανάσα οι Αχαιοί μ` αυτόν τον τρόπο, και να ξέρεις Πάτροκλε και μια στιγμή ξεκούρασης είναι πολύτιμη στον πόλεμο. Θα απωθήσετε έτσι εύκολα το στράτευμα του Έκτορα προς την Τροία.

Ο Πάτροκλος ταράχτηκε στα βάθη της καρδιάς και με βιασύνη έφυγε να φτάσει στον Πηλείδη. Στο δρόμο του βρισκότανε τα πλοία του Οδυσσέα, το μέρος που δικάζανε και κάναν συνελεύσεις και των θεών είχαν βωμούς ολόγυρα κτισμένους. Του μίλησε ο Ευρύπυλος τρανός Ευαιμονίδης, με πληγωμένο τον μηρό π` αιμορραγούσε ακόμα.

Τον ρώτησε ο Πάτροκλος ο γιος του Μενοιτίου:

« Πες μου Ευρύπυλε τι σκέπτεσθαι να πράξετε; Θα αντισταθείτε στον ‘Εκτορα ή θα χαθείτε από την λόγχη του»;

Ο Ευρύπυλος απάντησε στον Πάτροκλο:

«Βρίσκονται μες στα πλοία τους οι πρώτοι αρχηγοί μας απ’ τα πολλά τα τραύματα π` απέκτησαν στις μάχες. Αυτό το ξέρουν οι εχθροί και όλο δυναμώνουν και δεν μπορούν ν` ανακοπούν πριν όλους μας ξεκάνουν. Πάτροκλε φίλε μου καλέ βοήθα με και μένα να φτάσω εις το πλοίο μου και έλα γιάτρεψε με που τραυματίστηκα βαριά στο πόδι, στο μηρό μου. Έμαθες απ` τον φίλο σου τον μέγα Αχιλλέα τα τραύματα και τις πληγές να τις γιατροπορεύεις. Βγάλε τη λόγχη απ` τον μηρό και πλύνε την πληγή μου. Με βότανα και με νερό χλιαρό να με φροντίσεις. Ο Αχιλλεύς τα έμαθε από τον δάσκαλο του τον Κένταυρο τον Χείρονα και δίδαξε και σένα. Από τους δυο μας ιατρούς, λαβώθηκε ο Μαχάων,

και στις σκηνές μας κείτεται, κι έχει μεγάλη ανάγκη

από πολύ καλό γιατρό. Ο άλλος μας ο ιατρός μάχεται με τους Τρώες ο μέγας Ποδαλείριος, ακλόνητος παλεύει».

Ο Πάτροκλος απάντησε στον Ευρύπυλο: «Αν και τρέχω να προλάβω τα νέα στον Αχιλλέα δεν μπορώ να σ` αφήσω αβοήθητο»

Ο Πάτροκλος βοήθησε τον Ευρύπυλο να ξαπλώσει και με προσοχή του τράβηξε το βέλος από τον μηρό. Ξέπλυνε την πληγή από το αίμα και έτριψε στα χέρια του μια πικρή ρίζα από βότανο παυσίπονο. Οι πόνοι μαλάκωσαν πολύ, η αιμορραγία σταμάτησε και η πληγή άρχισε να στεγνώνει και να θεραπεύεται.

1*.Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.

2*. Στο γιατρό Χαράλαμπο Καζαμιάκη.