ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αλεξάνδρα Δεληγιώργη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τελευταία, με τη Ν.Δ. να ζητά από τους ψηφοφόρους νέα αυτοδύναμη κυβέρνηση (!), αριστερές και κεντροαριστερές δυνάμεις αναλώνονται στην άρνηση να συμπράξουν με την αξιωματική αντιπολίτευση και τον ΣΥΡΙΖΑ ως πλειοψηφικό δημοκρατικό κόμμα. Αρνηση έωλη γιατί τα προγράμματά τους συμφωνούν σε βασικές αρχές πάταξης της διαφθοράς, απαλλαγής της δημόσιας διοίκησης από τον ανεξέλεγκτο υπερκομματισμό, της δίκαιης διαχείρισης των δημοσίων εσόδων προς όφελος της κοινωνίας και όχι των ημετέρων ενός εκάστου κόμματος, τη δημόσια Παιδεία και τη δημόσια Υγεία.

Αντί να εκθέτουν ωστόσο τον τρόπο υλοποίησης των κοινών σκοποθεσιών τους, συνεχίζουν να επιμένουν στα «όχι» και στα «δεν» όσον αφορά το πρόσωπο του πρωθυπουργού, ακόμη και αν στις δύσκολες συνθήκες που περιμένουν τη χώρα τα επόμενα χρόνια ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι αυτός, εν τέλει, ο υπόλογος για την πορεία της. Ξανάγινε το 2015, όταν έκρινε σωστά ότι ο λαός δεν θα μπορούσε να υποστεί τη δοκιμασία μιας ακόμη σκληρότερης αποστέρησης που θα επέβαλε η απομάκρυνση της χώρας από την Ε.Ε. και η απομόνωσή της, στο ανατολικό άκρο της Μεσογείου, έκθετη στις βλέψεις και διεκδικήσεις της γείτονος. Οι αντιρρήσεις τους για μετεκλογική συμμαχία δείχνουν έναν μικροκομματικό ατομικισμό που τους εξασφαλίζει την παρουσία τους στο ελληνικό Κοινοβούλιο, αλλά δεν βοηθά την ελληνική κοινωνία, διαχωρισμένη στα δύο με τους πλούσιους ολοένα πλουσιότερους και τους μεσαίους, μικρομεσαίους, φτωχούς και απόρους σε τροχιά συνεχούς φτωχοποίησης.

Αντίβαρο στον μικροκομματικό ατομικισμό είναι το κοινό αίσθημα δικαιοσύνης, δημοκρατικότητας, υπευθυνότητας και γενικά εκείνων των αρχών/αξιών που αντιτάσσει (εκτός λίγων) το σύνολο της κοινωνίας στον καταποντισμό της.

Αν οι μηχανισμοί ωμής προπαγάνδας δεν κατέπνιγαν το κοινό αίσθημα του λαού και τα ενοποιητικά σχήματα που πλάθει για τον εαυτό του ως ενιαίας δύναμης, με την ποίηση, τη μουσική ή τους αγώνες του, η καταχρεωμένη χώρα δεν θα έφτανε στο σημείο να υποστεί τη σκληρή νεοφιλελεύθερη πολιτική κρυμμένη πίσω από επιδόματα δημοσιονομικής χαλάρωσης, με έτοιμη την Ακρα Δεξιά ακόμη και να πλήξει το διάτρητο από αντισυνταγματικές παρεμβάσεις Σύνταγμα. Ο κλοιός άλλωστε της φασιστοποίησης σε Ουγγαρία, Ιταλία, Φινλανδία, προσεχώς πιθανόν και αλλού, συνεχώς στενεύει, με την επ’ αόριστον συνέχιση του πολέμου εντός της Ευρώπης και την ενεργειακή και χρηματιστηριακή κρίση της.

Και ενώ δεν είναι εντελώς άτοπη η συνειρμική παρομοίωση των διασπασμένων δυνάμεων της Αριστεράς με ένα είδος ποδοσφαιρικού ατομικισμού, όπου το χρώμα αρκεί για να συμβολίσει την ιδιαιτερότητα των ομάδων, το κοινό αίσθημα έγινε κάτι ξένο και άγνωστο. Το «τι είναι;» δεν είναι ρητορικό ερώτημα.

Γιατί ο δημόσιος χώρος κατακλύζεται από φωνές με τον δικό της μονόλογο η καθεμιά, που δεν τους ακούει κανείς μέσα στον ορυμαγδό των υποκειμενικών κρίσεων που εκφέρουν, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να βρουν απήχηση πέραν των μικρών συναθροίσεων που τους φιλοξενούν. Με αυτούς τους όρους το κοινό αίσθημα επιμερίζεται σε χαμηλούς, ανεπαίσθητους τόνους και καταλήγει να μην ακούγεται ως εάν να βουβαίνεται.

Οι μεταμοντέρνοι φιλόσοφοι Φρ. Λιοτάρ και Ζ. Ντελέζ υποστήριξαν ότι το κοινό αίσθημα (Sensus communis) είναι μια αυταπάτη (Schein) και τώρα και στο παρελθόν. Ως τέτοιο οφείλεται σε έναν συντονισμό λειτουργιών του νευρο-εγκεφάλου που του δίνει τη μορφή μουσικής αρμονίας. Αυτή, εννοείται, ηχεί στα αυτιά μας σαν να μην είναι μόνο δικό μας αίσθημα αλλά και των άλλων. Φυσικά με αυτή τη γνωσιοθεωρητική ερμηνεία μένει ανεξήγητο το πώς ο Σεφέρης λ.χ. θεωρήθηκε μεγάλος ποιητής ή ο Μπουζιάνης μεγάλος ζωγράφος.

Πριν από δυόμισι αιώνες ο Καντ, στην «Κριτική της κριτικής δύναμης» (1790), εξηγούσε θαυμάσια τι είναι το κοινό αίσθημα με τα εξής εν ολίγοις: η επιστήμη, με βάση τη διάνοια, διατυπώνει προσδιοριστικές κρίσεις αντικειμενικής ισχύος, καθότι επαληθεύσιμες ή αποδείξιμες. Η επιστήμη διδάσκεται ώστε να μάθει ο επιστήμονας να προσδιορίζει τα αντικείμενα της έρευνάς του με τρόπο αντικειμενικό, δηλαδή δεσμευτικό για όλους.

Τα πεδία όμως της αισθητικής, της πολιτικής, της ποιητικής, της ηθικής κ.λπ., στα οποία ο καλλιτέχνης ή ο πολιτικός κρίνει για να δημιουργήσει και ο κριτικός για να ερμηνεύσει και να αξιολογήσει το έργο της τέχνης ή τα έργα της πολιτικής, εκφέρουν στοχαστικές υποκειμενικές κρίσεις που έχουν παραδειγματική αξία λόγω της ευρύτερης δυνατής απήχησής τους. Αυτή η ευρύτερη απήχηση είναι το κοινό αίσθημα· ένας κανόνας, δηλαδή, δημόσιας χρήσης των υποκειμενικών στοχαστικών κρίσεων που εκφράζονται δημοσίως είτε με προτάσεις ή έργα, είτε με την ερμηνεία και την αξιολόγησή τους.

Αυτό το κοινό αίσθημα καλούνται οι πολιτικοί να εγείρουν με τις θέσεις και τα έργα τους σε έναν κόσμο ωμού ατομικισμού, που το «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» εμποδίζει την υλοποίησή τους.

*Ομ. καθηγήτρια Φιλοσοφίας, συγγραφέας