Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ὃ δ᾽ ἄρ᾽ ἔστη τάρβησέν τε

Κ 375βαμβαίνων—ἄραβος δὲ διὰ στόμα γίγνετ᾽ ὀδόντων—

χλωρὸς ὑπαὶ δείους· τὼ δ᾽ ἀσθμαίνοντε κιχήτην,

χειρῶν δ᾽ ἁψάσθην· ὃ δὲ δακρύσας ἔπος ηὔδα·

«ζωγρεῖτ᾽, αὐτὰρ ἐγὼν ἐμὲ λύσομαι· ἔστι γὰρ ἔνδον

χαλκός τε χρυσός τε πολύκμητός τε σίδηρος,

Κ 380τῶν κ᾽ ὔμμιν χαρίσαιτο πατὴρ ἀπερείσι᾽ ἄποινα,

εἴ κεν ἐμὲ ζωὸν πεπύθοιτ᾽ ἐπὶ νηυσὶν Ἀχαιῶν.»

Ιλιάς, ραψωδία Κ` 314 – 445.

Η προδοσία του Δόλωνα.

Έτσι μίλησε ο Έκτωρ και όλοι τον άκουσαν αμίλητοι. Ανάμεσα τους ήταν ο πολύ γρήγορος Δόλων γιος του Ευμήδη του κήρυκα. Η οικογένεια αυτή είχε μεγάλη περιουσία. Πολύχρυση και πολύχαλκη την θεωρούσαν. Ο νεαρός Δόλων ήταν στην όψη δύσμορφος όμως όλοι τον θαύμαζαν που έτρεχε σαν τον άνεμο. Ήταν μοναχογιός με πέντε αδελφές. Μίλησε θαρρετά στον Έκτορα:

«Ω αρχηγέ μου Έκτορα με σπρώχνει η καρδιά μου εγώ να τρέξω και να μπω στων Αχαιών το μέρος. Εκεί που τα καράβια τους φυλάνε, εγώ θα φτάσω, να μάθω όσα σκέπτονται και όσα σχεδιάζουν. Το σκήπτρο σήκωσε ψηλά κι όρκο βαρύ να δώσεις πως άλογα των Αχαιών και άρμα θα μου δώσεις όπως το υποσχέθηκες σε όσα πριν μας είπες. Θέλω το χαλκοπλούμιστο άρμα του Αχιλλέα και τ` άλογα του π` όλοι λεν πως είναι προικισμένα με αρετές, με δύναμη και ομορφιά περίσσια. Νέα θα φέρω απ` αυτούς όσα εσύ ζητήσεις και σ` όλο το στρατόπεδο των Αχαιών θα πάω. Θα φτάσω στ` Αγαμέμνονα τα γρήγορα καράβια που οι Αχαιοί μαζεύτηκαν απόφαση να πάρουν να μείνουν ή να φύγουνε και πίσω να γυρίσουν»

Ο Έκτωρ σηκώνοντας το σκήπτρο έδωσε όρκο που όμως δεν τον εννοούσε:

« Ορκίζομαι στον αρχηγό όλων των αθανάτων, τον σύζυγο της μέγιστης της Ήρας της σπουδαίας, πως μόνο εσύ θα χαίρεσαι τα θεϊκά μπεγίρια που τώρα έχει ο λαμπρός Πηλείδης Αχιλλέας».

Ο Δόλων πέρασε το τόξο του στους ώμους φόρεσε μια προβιά γκρίζου λύκου. Το κράνος του ήταν από δέρμα κουναβιού. Πήρε στα χέρια το αιχμηρό του κοντάρι και έφυγε για τα πλοία των Αχαιών.

Όμως τον είδε ο Οδυσσεύς κι είπε στον Διομήδη:

« Κάποιος σιμώνει προς εμάς καλέ μου Διομήδη. Μάλλον να μάθει έρχεται για την κατάσταση μας, κατάσκοπο τον έστειλε ο Έκτωρ Πριαμίδης. Ή μήπως θέλει λάφυρα από τους σκοτωμένους που τόσοι κείτονται εδώ εκείνος να μαζέψει; Λέω να τον αφήσουμε σε μας να πλησιάσει και όταν φτάσει εδώ σε μας να του επιτεθούμε κι αμέσως να τον πιάσουμε να μάθουμε τι θέλει. Αν μας ξεφύγει τρέχοντας θα τον ακολουθούμε μέχρι να τον συλλάβουμε, δεν πρέπει να ξεφύγει».

Ξάπλωσαν ανάμεσα στους νεκρούς της χθεσινής μάχης Κ`, 350, και ο Δόλων τους προσπέρασε με βιασύνη χωρίς να αντιληφθεί την παγίδα. Εκείνοι όρμησαν πάνω του. Ο Δόλων άκουσε τον θόρυβο και σκέφτηκε μήπως άλλαξε σχέδιο ο Έκτορας και θέλει να γυρίσει πίσω. Όταν κατάλαβε ότι δεν ήταν Τρώες το βαλε στα πόδια. Βρίσκονταν κοντά όσο το μήκος ενός ακοντίου. Ο Οδυσσέας και ο Διομήδης τον κυνήγησαν σαν δυο σκυλιά κυνηγάρικα που κυνηγούν λαγό ή ελάφι. Η Αθηνά έδωσε κουράγιο στον Διομήδη.

«Σταμάτα τούτη τη στιγμή γιατί θα σε καρφώσω. Με το οξύ κοντάρι μου τη ζήση σου θα πάρω». Ο Διομήδης έριξε ξάστοχα το κοντάρι να καταλάβει ο Δόλωνας πως γλυτωμό δεν έχει.

Το ακόντιο πέρασε πάνω από τον ώμο του και καρφώθηκε στη γη μπροστά του. Στάθηκε ο άτυχος νέος με φόβο και τα δόντια του κτυπούσαν από την τρομάρα του μπροστά στον γιγαντόσωμο Διομήδη. Πράσινος, χλωρός από τον φόβο του, κλαίγοντας, είπε:

«Μη με σκοτώσετε κι εγώ πολλά και πλούσια δώρα θα σας γεμίσω αντίδωρο για τη γλυκιά ζωή μου. Χαλκό, χρυσάφι, σίδερο με κόπο δουλεμένο θα σας χαρίσει ο κύρης μου αν ζωντανός θα μείνω. Αιχμάλωτο σας πάρτε με στα βαθουλά σας πλοία». Ο Οδυσσέας μίλησε και είπε αυτά τα λόγια: « Κουράγιο έχε νέε μου και θάνατο δεν θα `χεις αν μας μιλήσεις και μας πεις ποια είναι η αλήθεια, τι ψάχνεις μέσα στη νυχτιά, ποιος σ` έστειλε, τι ξέρεις; Ήλθες να πάρεις λάφυρα από τους σκοτωμένους ή μήπως σ` έστειλε εδώ ο Έκτωρ Πριαμίδης; Ή τάχα αποτόλμησες μονάχος σου να έλθεις για λόγους που θα μας ειπείς να μάθουμε τι ψάχνεις μέσα στη σκοτεινή νυχτιά στα μέρη τα δικά μας».

Ο Δόλωνας που έτρεμε από μεγάλο φόβο απάντησε με στεναγμούς και δάκρυα στα μάτια.

«Με ζάλισε ο Έκτορας με τα μεγάλα λόγια και το μυαλό μου πλάνεψε με ψεύτικες κουβέντες κι όρκο ψευδή μου έδωσε. Του Αχιλλέα του τρανού μου έταξε το άρμα και τ` άλογα τα θεϊκά που τέτοια χάρη έχουν που όμοια δε βρίσκονται σ` όλα της γης τα μέρη. Με ώθησε να φτάσω εδώ να σας κατασκοπεύσω να μάθω αν τα πλοία σας φυλάτε όπως πρώτα ή μήπως ετοιμάζεστε να φύγετε απ την Τροία;».

Κ`, 400. Ο Οδυσσέας χάρηκε με όσα είπε ο Δόλων και ελαφρό μειδίαμα του γράφτηκε στα χείλη. Μίλησε ο πολυμήχανος, γενναίος Οδυσσέας:

« Ω Δόλωνα τι να σου πω; Δώρα σπουδαία πόθησες πελώρια για σένα, δώρα μεγάλα θεϊκά που έχει ο Αχιλλέας. Τα άλογα του δεν μπορεί θνητός να κουμαντάρει. Μόνο ο μέγας Αχιλλεύς πούχει θεά μητέρα. Μα πες μου σε παρακαλώ τώρα την πάσα αλήθεια. Ο Έκτορας ο αρχηγός που έχει τ` άρματα του; που έδεσε τα άλογα λίγο να ξαποστάσει; Τι γίνεται με τις φρουρές, τι σκέφτονται οι Τρώες να μείνουνε κοντά σε μας ή πίσω να γυρίσουν μέσα στην Τροία την τρανή την κλειδαμπαρωμένη και να χαρούν τη νίκη τους της χτεσινής ημέρας;».

Ο Δόλωνας απάντησε ευθύς στον Οδυσσέα: « Όλα που ξέρω θα σου πω και όλη την αλήθεια. Αυτή την ώρα ο Έκτορας μ` όλους τους αρχηγούς του συσκέπτονται και συζητούν στου Ίλου το μνημείο. Με ηρεμία σκέπτονται μακριά από θορύβους.

Όσο για τις σκοπιές και τις βάρδιες όλα λειτουργούν κανονικά. Κρατιούνται άγρυπνοι δίπλα στις φωτιές οι επόμενοι φρουροί μέχρι να τους φωνάξουν να πάνε στη σκοπιά τους. Όλοι οι άντρες στα φυλάκια, είναι Τρώες. Κανείς από τους συμμάχους δε φυλά σκοπιά». Ο Οδυσσέας ζήτησε από τον Δόλωνα να του διευκρινίσει αν οι σύμμαχοι βρίσκονται στον ίδιο τόπο με τους Τρώες ή κάπου αλλού. Ο Δόλωνας του είπε ότι οι Παίονες με τα κυρτά τα τόξα έχουν στρατοπεδεύσει προς τη θάλασσα. Κοντά τους και οι Καύκωνες, οι Πελασγοί, οι Κάρες και οι Λέλεγες. Οι Λύκιοι και οι Μυσοί είναι στρατοπεδευμένοι στη Θύρβη μαζί και οι Μαίονες και οι Φρύγες.

«Σας τα είπα όλα αν και δεν κατάλαβα γιατί θέλετε να τα μάθετε. Αν τώρα επιτεθείτε στους Τρώες θα βρείτε μπροστά σας τους Θράκες που μόλις έφτασαν και κατέλυσαν στην άκρη των στρατευμάτων. Αρχηγό έχουν τον Ρήσο γιο του Ηονέα. Ποτέ δεν είδα ωραιότερα άλογα από τα δικά του, άσπρα σαν το χιόνι και πιο γρήγορα από τον άνεμο. Το άρμα του πανέμορφο μ` ασήμι δουλεμένο και μαλάματα πολλά. Η αρματωσιά του είναι θεόρατη πλουμισμένη με πολλά χρυσάφια. Τέτοιες πανοπλίες αρμόζουν μόνο σε θεούς. Αυτά έχω να σας πω. Σας είπα την αλήθεια. Κρύψτε με λοιπόν μέσα στα καράβια σας και ο πατέρας θα σας δώσει του κόσμου τους θησαυρούς για να με πάρει πίσω».

1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.

2*. Στο Γιάννη και στον Γιώργο Βαφειάδη τους αγαπημένους φίλους στο όμορφο Μπογιάτι.