Το περιστατικό με την κα. Γιαννακοπούλου στην πρωινή εκπομπή του ΣΚΑΙ, έχει κάνει τον κύκλο του διαδικτύου και έχει σχολιαστεί αρκετά. Η βουλευτής του ΠΑ.ΣΟ.Κ. – Κίνημα Αλλαγής ήταν καλεσμένη για να συζητήσει την τραγωδία των Τεμπών , μαζί με τον κ. Μαρκόπουλο της ΝΔ και τον κ. Σκουρλέτη του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά σε αντίθεση με τους συναδέλφους της, δεν μπόρεσε να τοποθετηθεί σχεδόν καθόλου, καθώς είτε την διέκοπταν συνεχώς, είτε απλά δεν της έδιναν το λόγο. Όταν, μετά από ώρα, επισήμανε τα αυτονόητα, τονίζοντας πως χτες ήταν η Μέρα της Γυναίκας και σήμερα δεν αφήνουν μια γυναίκα να μιλήσει, έλαβε την αδιανόητη απάντηση “χτες ήταν,σήμερα δεν είναι!” από τον έναν παρουσιαστή, ενώ ο κ. Μαρκόπουλος με έναν ειρωνικό τόνο, κουνώντας και το χέρι του, της είπε πως “επειδή σας αντιμετωπίζουμε ως ισότιμες”. Με την κα. Γιαννακοπούλου να απαντάει, και μπράβο της, “ναι για αυτό με ποδοπατάτε”. Το περιστατικό είναι απολύτως ενδεικτικό για την πολύ συχνή αντιμετώπιση των γυναικών στην πολιτική.
Οι περισσότερες γυναίκες που έχουμε ασχοληθεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο με τα κοινά, αναγνωρίσαμε ως κάτι το οικείο το συμβάν, γιατί έχουμε βρεθεί στη θέση της κα. Γιαννακοπούλου. Πολλές φορές.
Μια μόνιμη ασέβεια. Να πατούν πάνω στη φωνή σου, να σε διακόπτουν την ώρα που μιλάς, να σου δίνουν τον λόγο μετά από ώρα βαρυγκομώντας, λες και σου κάνουν χάρη. Μια υποβόσκουσα υποτίμηση, που είναι όμως τόσο προφανής, και μας έχει γίνει βίωμα. Γνωρίζουμε ότι ακόμα και το ένα λεπτό ομιλίας, πρέπει να το κερδίσουμε, να φωνάξουμε για να το αποκτήσουμε, να το διεκδικήσουμε, γιατί δεν είναι αυτονόητο πως θα μας δοθεί.
Ακριβώς όπως η κα. Γιαννακοπούλου, πόσες φορές έχουμε καθίσει κοιτάζοντας κάτω, μετά από την 100η φορά που μας διέκοψαν ή που ο λόγος δεν μας δόθηκε, με τα χέρια μας διπλωμένα, προσπαθώντας να προλάβουμε και να εκμεταλλευτούμε κάθε δευτερόλεπτο που δεν ακούγεται κάποιος άλλος, μήπως και προλάβουμε να μιλήσουμε, χωρίς να μπορέσουμε να ολοκληρώσουμε την κουβέντα μας. Που η τοποθέτηση μας αντιμετωπίστηκε όχι ως ουσιαστική παρέμβαση και μέρος της κανονικής συζήτησης, αλλά ως κάτι που πρέπει να ακουστεί για τα τυπικά.
Όπως, άλλωστε, είδαμε και στο απόσπασμα, νομίζω πως ούτε οι παρουσιαστές ούτε οι άλλοι δύο καλεσμένοι είχαν πρόβλημα να μην ακουστεί καθόλου η κυρία Γιαννακοπούλου, όσο και αν τονίστηκε η ανισορροπία στον χρόνο. Και φυσικά, όταν δικαιολογημένα ανεβάσουμε τους τόνους, μήπως και ακουστεί η φωνή μας, είμαστε “συναισθηματικές”, “κλαιγόμαστε”, “γκρινιάζουμε”.
Άλλωστε, σε πολλά site που δημοσίευσαν το περιστατικό, χρησιμοποίησαν την λέξη “ξεσπασε”. Η απολύτως λογική και αναμενόμενη αντίδραση της μπροστά στην έλλειψη σεβασμού που δεχόταν για ώρα, μεταφράστηκε ως “ξέσπασμα”. Οι συνάδελφοι της και οι παρουσιαστές που μάλωναν λες και ήταν σε σχολική αυλή δεν ξέσπασαν, αλλά “μονοπώλησαν την κουβέντα”, ενώ εκείνη “ξέσπασε”.
Είμαστε συνηθισμένες, δυστυχώς. Και όλο αυτό καταλήγει, να έχει αντίκτυπο στην μικρή γυναικεία αντιπροσώπευση, που για να την εξηγήσουμε καταφεύγουμε σε αστεία επιχειρήματα όπως το «Δυστυχώς δεν υπάρχουν τόσες γυναίκες που θα ενδιαφέρονταν να ασχοληθούν με την πολιτική» που είχε δηλώσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο BBC. Μονάχα που όσες “ενδιαφέρονται να ασχοληθούν”, δεν τις σεβόμαστε, και τις αντιμετωπίζουμε συγκαταβατικά.
*Πολιτικός Επιστήμονας
