Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στη Νομική δεν μπήκα, «τρούπωσα», όπως έλεγε ο Κώστας Βουτσάς σε μια παλιά ταινία όπου υποδυόταν τον άνεργο (και μάλλον ανεπρόκοπο) νέο που προσδοκούσε κάπου να προσληφθεί, κάπου να τρουπώσει γιατί «άμα τρουπώσεις, τρούπωσες».

Ούτε κι εγώ ξέρω πώς τρούπωσα. Πρόλαβα και μπήκα προτού πέσει η γέφυρα πάνω από την τάφρο, προτού κλείσει η πύλη του κάστρου, γεγονός που μου πρόσφερε μια αίσθηση υπεροχής απέναντι στους συμφοιτητές μου της Αρχιτεκτονικής και τους φίλους συναγωνιστές που θα ήθελαν αλλά δεν πρόλαβαν να τρουπώσουν. Ήταν ένα προνόμιο το να βρίσκομαι «μέσα» στο κατειλημμένο κτίριο της Νομικής και όχι στα γύρω στενά και στο πεζοδρόμιο της οδού Ακαδημίας. Και η παρουσία μου εκεί δεν ήταν απλώς το «σωστό», όπως το έβλεπα τότε και το βλέπω τώρα, αλλά το φυσικό, ίσως και το τυχερό.

Δεν είχα κλείσει ακόμα τα 20, δεν ανήκα στον στενό πυρήνα του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος, απλώς συμμετείχα στις περισσότερες κινητοποιήσεις, όμως ήμουνα υποψιασμένη κι έτοιμη να πέσω σαν ώριμο φρούτο στην πρώτη οργάνωση που θα μου έκανε πρόταση να ενταχθώ στις γραμμές της. Ένα από τα παιδιά της γαλαρίας ήμουν τότε κι εγώ, όχι της κεντρικής σκηνής.

Δεν είχα παρέα. Έβλεπα γνωστά πρόσωπα, αλλά τις περισσότερες ώρες ήμουν μόνη και παρατηρούσα. Σαστισμένη, συνεπαρμένη, στη Χώρα των Θαυμάτων. Μόνο στην έξοδο έτυχε να βρεθώ μαζί με τον Γιώργο Πιτουρόπουλο, αγαπημένο φίλο μου από την Πάτρα. Μαζί τρέξαμε και καταλήξαμε στο φοιτητικό μου διαμέρισμα, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, όπου με περίμενε εναγωνίως σύσσωμο το κρητικό σόι από την πλευρά της μητέρας μου και μας υποδέχτηκαν σαν μόλις να είχαμε επιβιώσει από την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου.

Δεν θέλω να κάνω έναν απολογισμό για την κατάληψη της Νομικής. Θα περιοριστώ σε τρία μικρά στιγμιότυπα που τα έζησα από πρώτο χέρι και ίσως δεν είναι ευρέως γνωστά.

1. Το κόκκινο και το γκρίζο

Βρίσκομαι σε έναν ημιυπόγειο χώρο που βλέπει στην οδό Σίνα. Από τον μισάνοιχτο φεγγίτη βλέπω ένα γκρίζο παντελόνι, από τα γόνατα και κάτω. Αναγνωρίζω τη στολή ενός μπάτσου. Με μια αστραπιαία κίνηση, το γκρίζο παντελόνι ζυγώνει και ένα χέρι εκτοξεύει μέσα στο ημιυπόγειο ένα αντικείμενο – μια σοκολάτα. Μεσαίου μεγέθους. Δεν θυμάμαι τη μάρκα (δεν κυκλοφορούσαν και πολλές τότε), μόνο το χρώμα του περιτυλίγματος, ήταν κόκκινο. Ύστερα το γκρίζο παντελόνι απομακρύνεται.

Δεν πιστεύω στα μάτια μου. «Τρεις κι εξήντα παίρνετε, τον κοσμάκη δέρνετε» ήταν το σύνθημα που φωνάζαμε μπροστά στις γκρίζες στολές (από απόσταση ασφαλείας εννοείται) και τώρα ένας από αυτούς που δέρνουν μας προσφέρει, εν ώρα υπηρεσίας, μια σοκολάτα. Στη ζούλα.

Ας αποφύγω τις πολιτικές και κοινωνιολογικές γενικεύσεις. Κάτι ωστόσο μου δίδαξε αυτή η ασυνήθιστη χειρονομία. Όχι ότι και οι μπάτσοι είναι άνθρωποι (φυσικά και είναι) και όχι απλώς «ανθρωπόμορφα κτήνη», αλλά ότι ένα μεγάλο κίνημα μπορεί να προκαλέσει μικρές ρωγμές ακόμα και στη μονολιθική κτηνωδία.

«Μην το λες, μην το γράψεις», με συμβούλευσαν κάποιοι αργότερα, όταν τους διηγήθηκα το περιστατικό, λες και κάτι τέτοιο θα εξωράιζε την εικόνα του ταξικού εχθρού. Όμως ακόμα και στη Μακρόνησο υπήρξαν κάποιοι λίγοι Αλφαμίτες που έδερναν στα ψέματα μέσα στις σκηνές («φώναζε, ρε, κάνε ότι πονάς») και το ρόπαλο διέγραφε τροχιές στον αέρα.

2. Η Λιλή Ζωγράφου χορεύει στην ταράτσα

Μια μεγάλη γυναίκα είχε ανέβει μέρα μεσημέρι στην ταράτσα της Νομικής. Ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα, ανάμεσα σε δεκάδες νεανικά πρόσωπα. Ήταν η γνωστή λογοτέχνιδα Λιλή Ζωγράφου που τότε μου φαινόταν «πολύ μεγάλη» και ας ήταν μόνο 51 χρονών. Έλαμπε από χαρά και μάλιστα έσυρε και τον χορό εκεί πάνω – τσάμικο ήταν, καλαματιανό, θα σας γελάσω. Ή «Στη στεριά δεν ζει το ψάρι» ή «Μαύρη ζωή  που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφτες» ή «Πότε θα κάνει ξαστεριά». Δεν την πλησίασα, δεν της μίλησα, δεν της είπα ευχαριστώ. Πολύ αργότερα έμαθα ότι ήταν η μητέρα της Ρένα Χατζηδάκη η οποία, έγκλειστη στις Φυλακές Αβέρωφ, είχε γράψει το υπέροχο ποίημα «Κατάσταση Πολιορκίας» που μελοποίησε, μέσα στη χούντα, ο Μίκης Θεοδωράκης. Ίσως να ήταν και η Ρένα κάπου εκεί, δεν την ήξερα, όμως οι στίχοι της, το πνεύμα των στίχων της, της «Μαρίνας» όπως υπέγραφε στον δίσκο, κάπου εκεί πλανιόταν.

3. Λίγοι στίχοι στον μαυροπίνακα

Ένα μισογεμάτο αμφιθέατρο, αργά τη νύχτα, έχει μετατραπεί σε υπνωτήριο. Αποκαμωμένοι από το ανέβα-κατέβα σε τόσες σκάλες, με το λαιμό κλεισμένο μετά από τα τόσο συνθήματα, έχουμε σωριαστεί στα άβολα ξύλινα έδρανα. Δύσκολο να σου κολλήσει ύπνος αλλά και δύσκολο να το ρίξεις στη συζήτηση. Ξάφνου ένας νέος σηκώνεται, πλησιάζει στον πίνακα και με μια κιμωλία γράφει δυο στίχους του Σεφέρη: «Λίγο ακόμα να δούμε τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο». Νυσταγμένος κι αυτός, παραπατά σχεδόν σαν μεθυσμένος. Εντάξει, το μήνυμα ελήφθη.

Εκείνο τον Φλεβάρη δεν είχα την αίσθηση ότι πάλεψα στα μαρμαρένια αλώνια. Δεν με συλλάβανε, δεν έφαγα ξύλο, δεν είδα τραυματίες, δεν είδα το αίμα να τρέχει. Όμως ήμουν σίγουρη ότι «κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ» και, κυρίως, ότι κάτι αλήθεια στο κοντινό μέλλον θα συμβεί ή μπορεί να συμβεί. Προσέγγιση συναισθηματική, αλλά ίσως όχι αδιέξοδη.