Τον Σεπτέμβριο θα αναλάβει τα καθήκοντά του ως επικεφαλής οικονομολόγος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ο καθηγητής Μόρις Ομπστφελντ, ένας από τους σημαντικότερους οικονομολόγους της εποχής μας.
Θα αντικαταστήσει τον Ολιβιέ Μπλανσάρ, εμπνευστή της πολιτικής της «εσωτερικής υποτίμησης» για την αντιμετώπιση της κρίσης του ευρώ.
Βέβαια πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Μπλανσάρ ήταν λιγότερο ένθερμος υποστηρικτής από τους εγχώριους και Ευρωπαίους εφαρμοστές της εσωτερικής υποτίμησης και συνέβαλε σημαντικά στη μεταρρύθμιση της ιδεολογικής ατζέντας του ΔΝΤ με την αναγνώριση της σημασίας του περιβόητου δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή.
Πόσο σημαντική είναι αυτή η αλλαγή για τον κόσμο αλλά και για την Ελλάδα ειδικότερα;
Κατ’ αρχάς δεν είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι ο Ομπστφελντ είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ από το 1989.
Μπορεί το Μπέρκλεϊ να μην είναι αυτό που ήταν τη δεκαετία του 1960, αλλά δεν παύει να παραμένει ένα από τα πιο ριζοσπαστικά Πανεπιστήμια των ΗΠΑ.
Επιπλέον διετέλεσε μέλος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα.
Εχει συγγράψει δύο βασικά πανεπιστημιακά εγχειρίδια στα διεθνή οικονομικά, το ένα με τον Κένεθ Ρόγκοφ και το άλλο με τον Πολ Κρούγκμαν – δύο ανθρώπους που στέκονται στα αντίθετα άκρα όσον αφορά την άποψή τους για την αποτελεσματικότητα της λιτότητας.
Ωστόσο, το σημαντικό είναι η έρευνά του και οι απόψεις του σχετικά με τον ρόλο του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την κρίση της ζώνης του ευρώ.
Ο Ομπστφελντ έχει υποστηρίξει ότι «η παγκόσμια κρίση ενίσχυσε τις αμφιβολίες για τις πιθανές αρνητικές συνέπειες της ανάπτυξης των χρηματοοικονομικών αγορών».
Επίσης ήταν από τους πρώτους που επισήμαναν τη σημασία της επίδρασης που είχε η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση στη μεταβολή των ροών κεφαλαίων και τον ρόλο του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε αυτήν τη μεταβολή.
Με πιο απλά λόγια, η δημιουργία της ευρωζώνης οδήγησε σε υπερδανεισμό της περιφέρειας από τον πυρήνα της ένωσης.
Ο Ομπστφελντ συντάσσεται με την άποψη ότι το όφελος για τις γερμανικές τράπεζες, που είχαν τον πρώτο ρόλο σε αυτή τη μεταφορά κεφαλαίων, ανέρχεται σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ.
H επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ φαίνεται να είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη με τις απόψεις του Ομπστφελντ για τον αρνητικό ρόλο της υπερβολικής ανάπτυξης των χρηματοοικονομικών αγορών, αλλά και τη διάγνωση για τον ρόλο του τραπεζικού συστήματος του πυρήνα στον υπερδανεισμό των χωρών της περιφέρειας του ευρώ, όπως και με την άποψη ότι πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος των διεθνών οργανισμών στον συντονισμό της οικονομικής πολιτικής.
Ακόμη, το 2012 ο Ομπστφελντ είχε υποστηρίξει ότι θα ήταν συνετό για το Βερολίνο να καλύψει το κόστος διάσωσης για την Ελλάδα, και μάλιστα ότι θα ήταν καλύτερο για την ευρωζώνη συνολικά αν αυτή η διάσωση γινόταν χωρίς όρους για μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και τον δημόσιο προϋπολογισμό.
Φυσικά είναι αμφίβολο αν θα μπορέσει να υποστηρίξει, τουλάχιστον δημοσίως, μια τέτοια άποψη με τη νέα του ιδιότητα.
Πιο πρόσφατα συντάχθηκε με την εκτίμηση ότι η αποστέρηση των ελληνικών τραπεζών από την πρόσβασή τους στη ρευστότητα της ΕΚΤ απειλεί με bank run το σύνολο των τραπεζών της ευρωπαϊκής περιφέρειας.
Τέλος, έχει υποστηρίξει ότι η νομισματική ένωση της Ευρώπης συνεπάγεται υποχρεωτικά μεγαλύτερη απώλεια δημοσιονομικής κυριαρχίας ή, αλλιώς, έλλειψη χρηματοοικονομικής σταθερότητας εξαιτίας αυτού που περιέγραψε ως το «δημοσιονομικό-χρηματοοικονομικό τρίλημμα».
Συνεπώς, η τοποθέτηση του Ομπστφελντ στον κομβικό ρόλο του επικεφαλής οικονομολόγου του ΔΝΤ αναμένεται να δώσει νέα ώθηση στην έστω βραδεία μεταρρύθμιση του διεθνούς οργανισμού, μια μεταρρύθμιση που επιβάλλεται όχι μόνο από τον αυξημένο ρόλο που έχουν στο διεθνές σύστημα οι αναπτυσσόμενες οικονομίες, αλλά και από τη διάλυση των βεβαιοτήτων της οικονομικής ορθοδοξίας εξαιτίας της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.
Το πόσο βαθιά θα είναι, βέβαια, αυτή η μεταρρύθμιση μένει να αποδειχτεί στην πράξη.
