Τα αεροπορικά πλήγματα της Αγκυρας κατά των Κούρδων στη Συρία και στο Ιράκ, ως απάντηση στην τρομοκρατική επίθεση στην Κωνσταντινούπολη, δείχνουν τη στρατηγική με την οποία κινείται ο Ρ.Τ. Ερντογάν προς τις εκλογές του Ιουνίου. Η προώθηση του κουρδικού ζητήματος στην αιχμή της πολιτικής ασφαλείας της Αγκυρας δίνει τη δυνατότητα στον Τούρκο πρόεδρο να αναθερμαίνει το εθνικιστικό συναίσθημα, αναβαθμίζει το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (MHP) με το οποίο συνεργάζεται, πιέζει το φιλοκουρδικό Κόμμα της Δημοκρατίας των Λαών (HDP) και δημιουργεί ρωγμές στο μέτωπο των κομμάτων της αντιπολίτευσης.
Η οριστική μετατροπή, από τον Οκτώβριο του 2019, του μεγαλύτερου μέρους της βόρειας Συρίας σε μια ζώνη στρατιωτικού ελέγχου της Τουρκίας αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι ενός ευρύτερου και μακροχρόνιου πολιτικού σχεδιασμού του προέδρου Ερντογάν. Η τουρκική κατοχή των συριακών εδαφών και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις διασφαλίζουν τη στενή συμβίωση της κυβέρνησης με τον στρατό και δημιουργούν ένα ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο εθνικής ασφαλείας που ευνοεί τον μιλιταριστικό εθνικισμό του προέδρου Ερντογάν.
Συνεπώς, ο Τούρκος πρόεδρος χρησιμοποιεί το Κουρδικό ως ένα ζήτημα που ενώνει την εξωτερική πολιτική με την εσωτερική ασφάλεια, επιλογή που διαφαίνεται καθαρά από την κυβερνητική ταύτιση τoυ HDP με το συρο-κουρδικό YPG και το PKK, καθώς και από τις αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις στο εσωτερικό παράλληλα με τα στρατιωτικά πλήγματα σε Συρία και Ιράκ. Ταυτοχρόνως, η κυβέρνηση Ερντογάν έχει συνθέσει ένα νομικό και ιδεολογικό πλέγμα, με έρεισμα τους νόμους για την τρομοκρατία και τη διασπορά ψευδών ειδήσεων, με το οποίο εγκλωβίζει τους πολιτικούς αντιπάλους του, τα ΜΜΕ, την κοινωνία των πολιτών και κυρίως το HDP.
Εξάλλου, το Κουρδικό αποτελεί ένα ζήτημα που διέπει την εσωτερική και εξωτερική πολιτική της Τουρκίας εδώ και δεκαετίες και επηρεάζει καταλυτικά τους εσωτερικούς συσχετισμούς. Δεν αποτελεί, λοιπόν, έκπληξη πως οι Κούρδοι βρίσκονται από το 2015 στο επίκεντρο της στρατηγικής του Ρ.Τ. Ερντογάν. Οταν τον Ιούνιο εκείνου του έτους το ΑΚΡ έχασε για πρώτη φορά την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, εν μέρει λόγω της εισόδου του HDP στην τουρκική Εθνοσυνέλευση, ο πρόεδρος Ερντογάν άλλαξε εντελώς την πολιτική του έναντι των Κούρδων. Εθεσε τέλος στην ειρηνευτική διαδικασία με το PKK, άσκησε ασφυκτική πίεση προς την ηγεσία του HDP χρησιμοποιώντας τις κρατικές υπηρεσίες και καλλιέργησε τον αντικουρδικό εθνικισμό.
Παράλληλα, η ανάπτυξη της συρο-κουρδικής πολιτοφυλακής του YPG στις δύο πλευρές του Ευφράτη άνοιξε μια νέα διάσταση στη στρατηγική του Τούρκου προέδρου. Οι τρεις εισβολές του τουρκικού στρατού στη βόρεια Συρία κατά των Κούρδων –η «Ασπίδα του Ευφράτη» τον Αύγουστο του 2016, ο «Κλάδος Ελαίας» τον Ιανουάριο του 2018 και η «Πηγή Ειρήνης» τον Οκτώβριο του 2019– δεν είχαν στόχο μόνο την ανάσχεση της κουρδικής ανάδυσης στη Συρία, αλλά και τη στήριξη της εσωτερικής στροφής της κυβέρνησης Ερντογάν στο κουρδικό ζήτημα και την ενίσχυση της θέσης της στο νέο πολιτικό πεδίο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πρώτη τουρκική εισβολή στη Συρία διεξήχθη λίγο πριν από το κρίσιμο δημοψήφισμα για την αλλαγή του τουρκικού πολιτικού συστήματος, τον Απρίλιο του 2017. Η δεύτερη εισβολή διεξήχθη λίγους μήνες πριν από τις διπλές εκλογές του Ιουνίου του 2018. Η τρίτη εισβολή, τον Οκτώβριο του 2019, έδωσε στον Τούρκο πρόεδρο τη δυνατότητα να εδραιώσει την τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία. Στο ρευστό πολιτικό πεδίο της Τουρκίας και εν όψει των κομβικών εκλογών του 2023, οι Κούρδοι και η Συρία θα βρίσκονται όλο και περισσότερο στην αιχμή της πολιτικής στρατηγικής του Ρ.Τ. Ερντογάν.
* δρ., διδάσκει στο Τμήμα Τουρκικών Σπουδών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του ΕΚΠΑ
