Ο άνθρωπος όταν πρέπει να αντιμετωπίσει τη μανιασμένη κρύα θάλασσα, το μόνο που βλέπει είναι θεόρατα κύματα και το μόνο που αισθάνεται είναι κρύο και φόβο. Είναι στη φύση του. Εκείνη την ώρα ο κόσμος του συρρικνώνεται στην επιβίωση. Το «πώς» και το «γιατί» δεν τον απασχολούν. Οι απαντήσεις μπορεί να περιμένουν.
Αλλά δεν είναι μόνο οι μεμονωμένοι άνθρωποι που παλεύουν με τις «φουρτούνες». Το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας αφορά τους αγώνες κοινωνιών να αντιμετωπίσουν τα «θεόρατα κύματα» που απειλούν να «πνίξουν» την ευνομία, την ευταξία, ακόμα και την ίδια την υπόστασή τους.
Με τέτοια «κύματα» είναι αντιμέτωπη σήμερα η ελληνική κοινωνία. Ακρίβεια. Δυσπραγία. Υποκλοπές. Εγκληματικές συμπεριφορές ανθρώπων που μέχρι πριν από λίγο καιρό προβάλλονταν ως κοινωνικά πρότυπα. Ακραίοι φανατισμοί. Υποκρισία. Διχασμός. Οτιδήποτε αποτελούσε μέχρι και πριν από λίγο καιρό «αδιαπραγμάτευτη αλήθεια» υποχωρεί εμπρός στη θηριώδη δύναμη του απροκάλυπτου συμφέροντος αυτών που έχουν την ισχύ. Ολα αυτά μαζί και το καθένα ξεχωριστά, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, διαμορφώνουν μία νέα κοινωνική πραγματικότητα στην οποία οι «αλήθειες» δεν θα διαμορφώνονται από τις πλειοψηφίες, αλλά από εκείνους που έχουν τα μέσα, δηλαδή τον πλούτο και την εξουσία να την επιβάλλουν. Και αυτή η αλλαγή γίνεται σιωπηλά και αθόρυβα, καθώς οι περισσότεροι, βουτηγμένοι μέχρι τον λαιμό στον αγώνα της επιβίωσης, μεταθέτουν τις απαντήσεις για το «πώς» και το «γιατί» για τις μέρες που θα έχει επιστρέψει η «νηνεμία».
Μήπως τότε θα είναι αργά; Μήπως τότε, αντί για την πολυπόθητη «μπουνάτσα», θα αντιμετωπίσουμε μια δαρβινική πραγματικότητα, στην οποία οι αδύναμοι θα χρησιμεύουν για να απολαμβάνουν ακόμα μεγαλύτερη δύναμη οι ισχυροί;
Σήμερα κανείς δεν μπορεί να δώσει ασφαλείς απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά. Μόνο εικασίες μπορεί να κάνει, αξιοποιώντας την πείρα του παρελθόντος και αξιολογώντας τη στάση αυτών που αποτελούν τον πυρήνα της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, την κυβέρνηση και τα κόμματα.
Η πείρα δείχνει ότι οι ωφελημένοι από τα κοινωνικά αδιέξοδα ήταν οι εχθροί της Δημοκρατίας, οι οποίοι βρήκαν πρόσφορο έδαφος για να επιταχύνουν τις επιθέσεις σε βάρος της. Για παράδειγμα η Ευρώπη του Μεσοπολέμου. Αν μελετήσουμε την ιστορία της περιόδου αυτής θα διαπιστώσουμε ότι καθοριστικό ρόλο για την άνοδο του φασισμού και του ναζισμού έπαιξε η αδυναμία της δημοκρατίας. Οι περισσότερες κυβερνήσεις, πέραν του ότι δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στα αιτήματα των πολιτών τους, αποδείχθηκαν απρόθυμες να εμποδίσουν τους ακροδεξιούς από το να αναδειχθούν σε ρυθμιστικό παράγοντα των εξελίξεων. Χωρίς κυβερνήσεις ικανές –ή και απρόθυμες- να επιβάλουν τους δημοκρατικούς κανόνες και με τα άλλα κόμματα να περιορίζονται σε φραστικές αποδοκιμασίες, οι υπονομευτές της Δημοκρατίας είχαν ελάχιστα κίνητρα για να μετριάσουν τη συμπεριφορά τους.
Σήμερα η κυβέρνηση, αντί να επικεντρώνεται στη λύση των προβλημάτων, εξαντλείται στην διαχείρισή τους με στόχο αφενός να περιορίσει την αποδοκιμασία που προκαλούν οι πολιτικές της και αφετέρου να εξακολουθήσει να ενισχύει αυτούς που θεωρεί «σημαντικούς», δηλαδή την οικονομική ολιγαρχία και τους εκπροσώπους της. Για να ισορροπήσει, με δεδομένη τη σύγκρουση συμφερόντων, ανάμεσα στους πολλούς που πληρώνουν και στους λίγους που εισπράττουν, καταφεύγει στην υποκρισία, στην αλλοίωση της πραγματικότητας και στην άρνηση της αυταπόδεικτης αλήθειας.
Και αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις, σε ένα βαθμό τα έχει καταφέρει καθώς ένας στους τρεις πολίτες εξακολουθεί να την εμπιστεύεται. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, από την πλευρά τους, επιλέγοντας την τακτική της φραστικής αντιπαράθεσης αντί της έμπρακτης αμφισβήτησης με τη χρήση όλων των νόμιμων και συνταγματικά κατοχυρωμένων μέσων, επιβεβαιώνει σε ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων την αίσθηση της εγκατάλειψης και ενισχύει την αντίληψη του «όλοι ίδιοι είναι». Αποτέλεσμα; Ολο και περισσότεροι σήμερα νιώθουν ότι η Δημοκρατία αδιαφορεί για τα προβλήματά τους και ότι για να τα λύσουν θα πρέπει να στηρίζονται μόνο στον εαυτό τους. Και όπως συνέβη στα χρόνια του Μεσοπολέμου, έτσι και τώρα οι άνθρωποι απομακρύνονται από την πολιτική πιστεύοντας ότι τα βάσανά τους δεν περιλαμβάνονται στην ατζέντα των πολιτικών.
Η ιστορική γνώση προσφέρει άφθονα παραδείγματα στα οποία η Aκροδεξιά εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία των δημοκρατικών κανόνων και των θεσμών για να κερδίσει υποστηρικτές και εξουσία. Πιο πρόσφατο, της Ιταλίας, όπου έφτασε στην εξουσία αλλάζοντας προβιά ώστε να εκμεταλλευτεί την απώλεια της εμπιστοσύνης των ανθρώπων στους συμπολίτες τους και στην πολιτική. Μήπως αντί να περιμένουμε τη «νηνεμία» για ν’ ασχοληθούμε με τα «πώς» και τα «γιατί» της πολύπλευρης κρίσης να το κάνουμε τώρα, μήπως γλιτώσουμε ότι σώζεται;
* δημοσιογράφος, συγγραφέας
