Ο Τραμπ έχασε το στοίχημα των ενδιάμεσων εκλογών, με ζητούμενο σήμερα αν θα κατορθώσει να διατηρήσει τον έλεγχο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος μέχρι τις εκλογές του 2024.
Ο εκλογικός καταποντισμός των περισσότερων υποψηφίων που είχαν την προσωπική στήριξη του Τραμπ διευκολύνει την εσωκομματική αμφισβήτηση του τέως προέδρου.
Σε καμιά περίπτωση οι μετριοπαθείς Ρεπουμπλικανοί δεν θα επιχειρήσουν να συγκρουστούν με τον ακροδεξιό λαϊκισμό του τραμπισμού.
Η εσωκομματική μάχη στους Ρεπουμπλικανούς θα έχει ως διακύβευμα τον εξευγενισμό της ατζέντας του Τραμπ με ρητορική και επικοινωνιακό στίγμα που να είναι στο πλαίσιο της συμβατικής πολιτικής ορθότητας.
Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα τα τελευταία 30 χρόνια μετατοπίζεται συνεχώς προς τη σκληρή Δεξιά και την Ακροδεξιά.
Η αρχή έγινε το 1994 με τον ηγέτη των Νεοσυντηρητικών Νιουτ Γκίνγκριτς και συνεχίστηκε στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα με το Tea Party, μια ακραία συντηρητική συνιστώσα που έθεσε σε πολιτική ομηρία τους μετριοπαθείς Ρεπουμπλικανούς.
Οι ΗΠΑ του 2022 θυμίζουν ολοένα και περισσότερο την κατάσταση της χώρας πριν από εκατό χρόνια.
Τότε, η Γερουσία απέρριψε τη Συνθήκη των Βερσαλλιών και λίγα χρόνια αργότερα ψηφίστηκε η ποτοαπαγόρευση, ενώ για πρώτη φορά μετά την ανεξαρτησία του 1776 επιβλήθηκαν αυστηροί περιορισμοί στην είσοδο στη χώρα νέων μεταναστών.
Μπορεί ο Μπους ο νεότερος να βρέθηκε απέναντι στον Τραμπ το 2016, όμως η ρητορική του και ο φανατικός θρησκευτικός φονταμενταλισμός του νομιμοποίησαν τη ρητορική των ακροδεξιών.
Με δυο λόγια, ο Τραμπ που έπεσε ως αλεξιπτωτιστής στις προκριματικές του 2016 βρήκε στρωμένο το έδαφος χάρη στη συνεχή προς τα δεξιά μετακίνηση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Με ή χωρίς τον Τραμπ, με ή χωρίς τραμπιστή Ρεπουμπλικανό υποψήφιο, οι Ρεπουμπλικανοί είναι υποχρεωμένοι να συνεχίσουν μια διχαστική ρητορική αν δεν θέλουν να αντιμετωπίσουν μια μαζική αποσυσπείρωση της εκλογικής τους βάσης.
Ο επόμενος Τραμπ θα πρέπει να μελετήσει το λίφτινγκ πολιτικής ορθότητας που έκαναν η Μελόνι και η Λεπέν όταν απέκτησαν δυναμική κυβερνητικής εξουσίας. Αλλωστε, τόσο ο Μουσολίνι όσο και ο Χίτλερ, όταν έφτασαν στο κατώφλι της εξουσίας, εγκατέλειψαν την αντισυστημική τους ρητορική και αντί για υποθήκη αποσταθεροποίησης πρόβαλαν σαν εγγύηση του κοινωνικοοικονομικού στάτους κβο.
Ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι πήραν εντολή σχηματισμού κυβέρνησης από τον Χίντεμπουργκ και τον Βιτόριο Εμανουέλε αντίστοιχα και στη συνέχεια πήραν ψήφο εμπιστοσύνης στα Κοινοβούλια των χωρών τους.
Ο Τραμπ πυροδότησε μια πραξικοπηματική δυναμική που τον έθεσε εκτός του πεδίου της αξιόπιστης κυβερνησιμότητας.
