Ιλιάδα. Ραψωδία Β`. 1- 483.
Τη νύχτα αυτή την ήσυχη όλοι βαθιά κοιμόταν εκτός από τον πάνσοφο τον Δία τον Κρονίδη. Οι σκέψεις του γυρίζανε σ` αυτά που του `πε η Θέτις και πως θα πράξει τώρα αυτός το γιο της να τιμήσει και πως τον Αγαμέμνονα σκληρά να τιμωρήσει. Σκέφτηκε και στοχάστηκε να στείλει στον Ατρείδη τον Άγγελο του, τον πιστό, τον Όνειρο τον πλάνο, τον ασαφή, απατηλό που πάει στους ανθρώπους μόνο την ώρα που αυτοί κοιμούνται μακαρίως. « Όνειροπλάνε μου καλέ και κήρυκα πιστέ μου θέλω να πας μέσα να μπεις στο όνειρο τ` Ατρείδη, του αρχηγού Αγαμέμνονα την ώρα που κοιμάται. Ότι σου πω θα του ειπείς και με ωραίο τρόπο, που να πεισθεί πως τ` όνειρο είναι μεγάλη αλήθεια. Πείσε τον μ` ένα όραμα άρχοντα των ονείρων, πως ήρθε η ώρα κι η στιγμή το κάστρο να αλώσει, της Τροίας της απόρθητης εσήμανε η ώρα, να πέσει να κατακτηθεί, ο πόλεμος να λήξει. Με τη μορφή του Νέστορα του γέροντα της Πύλου ο Όνειρος εφάνηκε στον ύπνο του Ατρείδη. Αυτό συμβούλευσε ο Ζεύς τον Άγγελο του ονείρου γιατί ο Αγαμέμνονας τον Νέστορα τιμάει με σέβας και υπακοή σε όλα όσα λέει. Πάνω απ` το κεφάλι του ο Νέστορας ο θείος που στην πραγματικότητα είναι απεσταλμένος του Δία του τρισμέγιστου ο Άγγελος τ` ονείρου. Άκουσε Αγαμέμνονα έστω στον ύπνο μέσα, αν και δεν έπρεπε εσύ ποτέ σου να κοιμάσαι με τόσα που φορτώθηκες προβλήματα να λύσεις.
Άκουσε με αρχηγέ Αγαμέμνονα είμαι ο μαντατοφόρος, ο Άγγελος των Ονείρων, σταλμένος από τον Δία που ενδιαφέρεται για σένα και το στρατό των Αχαιών. Σε διατάζει να επιτεθείς στο κάστρο του Πριάμου και επιτέλους να κυριεύσεις την απόρθητη Τροία. Η Ήρα τα κατάφερε και έπεισε τους θεούς που υποστήριζαν τους Τρώες να έλθουν και αυτοί με το δικό σας μέρος. Έτσι οι Τρώες δεν θα έχουν πλέον θεϊκή στήριξη. Είναι η κατάλληλη ώρα να εφορμήσετε ακάθεκτοι και να διαλύσετε την πόλη του Πριάμου. Να τα θυμάσαι όλα αυτά όταν ξυπνήσεις. Ο Αγαμέμνων ξύπνησε και τα λόγια του Δία ακουγόταν ολοκάθαρα στ` αυτιά του. Τινάχτηκε σαν νεαρός από την κλίνη του και ντύθηκε με την πολεμική του στολή, τον χιτώνα του και την κάπα. Φόρεσε τα καλοφτιαγμένα σαντάλια του και πήρε το σπαθί και το σκήπτρο του. Μόλις ξημέρωνε όταν κίνησε για να συναντήσει τους υπηκόους του και να τους πει τις βουλές του Δία που είδε και άκουσε στ` όνειρο του. Ο Αγαμέμνων πρόσταξε τους τελάληδες να καλέσουν γενική συγκέντρωση. Ο ίδιος στην ακτή όπου ήταν ο στόλος του Νέστορα μίλησε μ` όλους τους αρχηγούς των στρατευμάτων.
« Ακούστε με τρανόκαρδοι, άφοβοι σύντροφοι μου. Τον Άγγελο τον Όνειρο μου έστειλε ο Δίας που τη μορφή του Νέστορα πήρε για να πείσει πως όλα όσα μου `λεγε ο Ζευς μου τα μηνάει. Με τόσες έννοιες που έχω εγώ δεν πρέπει να κοιμάμαι , αυτό παράγγειλε ο Ζευς ο πάνσοφος θεός μας.
Με πρόσταξε ο μέγας θεός να καλέσω γενική συνέλευση και ν` αποφασίσουμε επίθεση στο κάστρο του Πριάμου με όλες μας τις δυνάμεις, γιατί αυτή είναι η κατάλληλη ώρα, αφού πλέον όλοι οι θεοί είναι με το μέρος μας. Οι θεοί που στήριζαν τους Τρώες δεν τους βοηθούν πλέον γιατί η Ήρα τους έπεισε όλους να στηρίξουν εμάς. Έφυγε ο Όνειρος λέγοντας μου να θυμάμαι αυτές τις βουλές του Δία στο όραμα που μου έστειλε.»
Έπειτα ο Νέστωρ μίλησε ο βασιλιάς της Πύλου που όλοι τις κουβέντες του με προσοχή ακούνε. « Ω! καπετάνιοι ξακουστοί, άρχοντες των Ελλήνων, το όνειρο του αρχηγού είναι βουλή του Δία. Τον χρόνο μας μη χάνουμε κι ας πάμε στους στρατούς μας πόλεμο να κινήσουμε στο κάστρο του Πριάμου». Έφυγε από τη σύναξη ο Νέστορας ο θείος κι έπειτα οι αρχηγοί όλοι τον μιμηθήκαν, τις συμβουλές του άκουσαν και πήγαν στο στρατό τους. Σε λίγο σαν τις μέλισσες που βγαίνουν κι όλο βγαίνουν απ` το κλειστό πιθάρι τους και σύννεφο θυμίζουν, σαν πάνε να μαζέψουνε των λουλουδιών το μέλι έτσι μαζεύτηκε ο στρατός σαν το πυκνό μελίσσι. Τρέχανε για να συνταχτούν και στοιχημένοι ήταν τον πόλεμο ν` αρχίσουνε να πάρουνε την Τροία. Την Τροία την απόρθητη αυτοί να εκπορθήσουν. Μαζεύτηκαν σαν μυρμηγκιές πυκνές και ταραγμένες κι όλοι αναρωτιότανε για την θεά τη Φήμη που έστειλε ο πάνσοφος ο Δίας ο Κρονίδης. Εννιά τελάληδες μαζί, όλοι φωνή καμπάνα, βροντόφωνοι, τους φώναζαν να πάψουνε, όλοι να ησυχάσουν, τους αρχηγούς ν` ακούσανε τι διαταγές θα δώσουν. Σιγά σιγά ησύχασαν και κάθισαν τριγύρω. Ο Αγαμέμνων ο τρανός των Αχαιών ηγέτης σηκώθηκε και στάθηκε με το λαμπρό το σκήπτρο, έργο του γλύπτη Ήφαιστου, του θεϊκού τεχνίτη.
Το σκήπτρο αυτό το θαυμαστό ο Ήφαιστος το πρόσφερε πρώτα στον πατέρα του, τον Δία. Ο Δίας το δώρισε στον αγαπημένο του γιο Ερμή, ο Ερμής στον Πέλοπα και εκείνος στον Ατρέα. Ο Ατρεύς το έδωσε πριν πεθάνει στον Θυέστη ο οποίος το παραχώρησε στον τωρινό του κάτοχο Αγαμέμνονα. Με το σκήπτρο αυτό, απόλυτο σύμβολο της μέγιστης εξουσίας του, είπε ο Αγαμέμνων σε όλους τους στρατιώτες:
« Φίλοι μου, άνδρες μου καλοί, γενναίοι και σπουδαίοι είμαστε όλοι μας θνητοί του Άρη υπηρέτες. Ο πολεμοχαρής θεός μας θέλει όλους δούλους να είμαστε θεράποντες σε κάθε πόλεμο του. Εννέα χρόνια πέρασαν εδώ στον ξένο τόπο και δεν τα καταφέραμε να πάρουμε την πόλη το κάστρο το απόρθητο του βασιλιά Πριάμου. Τα πλοία μας σκεβρώσανε και οι σκαρμοί χαλάσαν, τα ξάρτια θέλουνε δουλειά, συντήρηση μεγάλη. Αφήσαμε οικογένειες, μικρά παιδιά γυναίκες κι εννέα χρόνια πέρασαν κι ακόμα περιμένουν. Ο Δίας δεν το θέλησε να πάρουμε την Τροία και πίσω να γυρίσουμε στα σπίτια τα δικά μας. Λέω να φύγουμε απ` εδώ και πίσω πια να πάμε γιατί δεν θα μπορέσουμε να πάρουμε την πόλη με τα ογκώδη τείχη της που χαλασμό δεν έχουν γιατί θεοί τα κτίσανε. Όλοι ανταριαστήκανε, σαν κύμα κινηθήκαν, σαν του Ικάριου πέλαγου τα κύματα φανήκαν στο σείσμα και στο λύγισμα, στην κίνηση του πόντου που ο Νοτιάς κι ο άνεμος ο Εύρος ο μεγάλος, αγριεμένα κύματα σηκώνουνε αντάμα. Φανήκανε σαν τα σπαρτά τα ραδινά τα στάχυα που σείονται και γέρνουνε στο φύσημα τ` ανέμου. Έτσι κινήθηκε ο στρατός και χύθηκε στα πλοία να φύγουν να γυρίσουνε στην ποθητή πατρίδα. Βουνό σηκώθηκε, πυκνή, η σκόνη προς τα πλοία και όλοι προσπαθούσανε να σύρουν τα καράβια να μπούνε και να φύγουνε πίσω να επιστρέψουν.
Η Ήρα τότε μίλησε στην Αθηνά και είπε: « Ω Αθηνά, καλή θεά, κόρη του μέγα Δία οι Αχαιοί ετοιμάζονται να φύγουν να μισέψουν στα πατρικά τους χώματα αυτοί να επιστρέψουν, διασχίζοντας την θάλασσα την πολυκυματούσα. Και ο σκοπός που ήρθανε να πάρουν την Ελένη πίσω στην Σπάρτη να την παν ποτέ του δεν θα γίνει αφού ορμάνε με σπουδή να φύγουν τώρα αμέσως. Οι Τρώες οι περήφανοι θα έχουν να καυχιόνται που έφυγαν οι Αχαιοί χωρίς να τους αλώσουν και να τους καταστρέψουνε την πόλη την σπουδαία και η Ελένη πάντα εδώ θα μείνει με τον Πάρη. Σπεύσε Παλλάδα Αθηνά τους Αχαιούς να πείσεις να μείνουν ώσπου πια αυτοί τους Τρώες να νικήσουν. Αν χρειαστεί εμψύχωσε και μίλα στον καθένα, κουράγιο δώσε σ` όλους τους και σ` έναν έναν χώρια. Σταμάτα τους ω! Αθηνά τα πλοία να μη λύσουν και πάνε στις πατρίδες τους, χωρίς να πολεμήσουν τους Τρώες να τσακίσουνε»
Η Αθηνά άκουσε με προσοχή την Ήρα και αμέσως γοργοπέταξε από τις κορφές του Ολύμπου μ` ασύλληπτη, ταχύτητα που οι θεοί διαθέτουν κι έφτασε με λαμπρότητα στων Αχαιών τα πλοία. Τον Οδυσσέα πρώτα αυτή πήγε να συναντήσει που σοβαρά σκεφτότανε το κάθε πρόβλημα του γιατί απ` τον Δία φώτιση έπαιρνε αυτός ο άντρας.
Ο Οδυσσέας δεν συμφωνούσε μ` αυτήν την άτακτη φυγή αλλά ήταν διαταγή του αρχηγού Αγαμέμνονα. Έστεκε διστακτικός δίπλα στο γοργοτάξιδο μαύρο καράβι του και μέγα πόνο ένιωθε βαθιά στα σωθικά του και η καρδιά του υπέφερε, δεν ήθελε να φύγει σαν δειλός και φοβισμένος. Η Αθηνά του μίλησε και του είπε « Γιε του Λαέρτη, πολύτεχνε Οδυσσέα, έτσι λοιπόν με πανικό και τρόμο εγκαταλείπετε τα σχέδια σας. Ωραία, θα χαρούν πολύ οι Τρώες που εδώ και εννιά χρόνια δεν καταφέρατε τίποτα. Και η Ελένη είναι μαζί τους. Πόσοι έχασαν τη ζωή τους μέχρι σήμερα σ` αυτή σας την εκστρατεία. Και τώρα έτσι ξαφνικά όλα θα τελειώσουν; Μην κάθεσαι Οδυσσέα μίλα σ` όλους και σ` έναν έναν πείσε τους να μείνετε. Στο τέλος θα έλθει η πολυπόθητη νίκη. Ο Οδυσσέας συγκλονίζεται όταν συνειδητοποιεί ότι του μιλά η Αθηνά και ξεχύνεται σαν σίφουνας πετώντας την κάπα του να μην τον εμποδίζει. Ο Ευρυβάτης ο πιστός πολεμιστής από την Ιθάκη έσκυψε και τη μάζεψε. Ο Οδυσσέας φώναζε σ` όλους μέχρι που έφτασε στον Αγαμέμνονα και του απέσπασε το βασιλικό σκήπτρο το σύμβολο της απόλυτης εξουσίας. Σε όλους που συναντά ο Οδυσσέας λέει:
«Δε μας ταιριάζει σύντροφοι να φύγουμε σαν κλέφτες, ο Αγαμέμνων μπλόφαρε κι όλους μας δοκιμάζει να δει αν καταλάβαμε τ` όνειρο το μεγάλο, που ο θεός του έστειλε απ` τις κορφές του Ολύμπου».
Ο Οδυσσέας έπεισε όλους τους συντρόφους να επιστρέψουν στις γραμμές τους και να ξεχάσουν την άτακτη φυγή. Τον εμψύχωνε η θεά Αθηνά και στο τέλος τα κατάφερε να τους πείσει όλους. Μόνο ο Θερσίτης, ο δύσμορφος και ανυπάκουος άντρας, φώναζε και δυσανασχετούσε βρίζοντας τους πάντες και τα πάντα, κυρίως όμως τον αρχηγό Αγαμέμνονα για τα καμώματα του. Ο Οδυσσέας επανέφερε στην τάξη τον αναιδέστατο και υβριστικό Θερσίτη κτυπώντας τον δυνατά με το βαρύ σκήπτρο στη πλάτη. Όρθιος και αποφασισμένος να επιβάλλει την τάξη ο Οδυσσέας κρατούσε το χρυσό βασιλικό σκήπτρο ψηλά έχοντας δίπλα έναν κήρυκα, που ήταν η Αθηνά μεταμορφωμένη. Η Αθηνά – κήρυκας επέβαλε με θεϊκό τρόπο, στο στράτευμα ησυχία, για ν` ακούσουν όλοι καθαρά τι θα τους πει ο πολυμήχανος και πρακτικός Οδυσσέας.
« Αγαμέμνονα, αρχηγέ της εκστρατείας μας, το στράτευμα δείλιασε και έσπευσε στα πλοία με δική σου προτροπή. Βαρέθηκαν πια, κουράστηκαν. Πόνεσε η ψυχή τους τόσα χρόνια μακριά από τις οικογένειες τους και την αγαπημένη πατρίδα. Αλλά και συ από τη μια τους μιλάς για το σημαδιακό όνειρο που σου έστειλε ο Δίας λέγοντας σου καθαρά να ορμήσουμε και να καταλάβουμε την Τροία, κι από την άλλη τους προτρέπεις να μπούμε στα βαθυκάρινα καράβια μας και να επιστρέψουμε στην πατρίδα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε τι μας είχε μαντέψει ο Κάλχας στην Αυλίδα. Μας είπε, εξηγώντας τα σημάδια των πουλιών, ότι θα πολεμήσουμε εννέα χρόνια εδώ στην Τροία και το δέκατο χρόνο θ` αλώσουμε την πόλη του Πριάμου. Να λοιπόν που ο Κάλχας είχε δίκιο. Πρέπει λοιπόν να μείνουμε, κι όχι να φύγουμε πανικόβλητοι και με άδεια χέρια. Έφτασε η ώρα να κυριεύσουμε την πλούσια και ξακουσμένη Τροία. Με όσα είπε ο Οδυσσέας συμφώνησε με πειστικά λόγια και επιχειρήματα ο σοφός Νέστωρ.
Είπε ο γέρο Νέστορας ο βασιλιάς της Πύλου « Το όνειρο που έστειλε ο Δίας στον Ατρείδη, μας φώτισε το δρόμο μας και έδειξε τον τρόπο την πόλη την περίφημη να κάνουμε δική μας και όλες οι γυναίκες τους σ` εμάς να καταλήξουν και την Ωραία Ελένη μας να πάρομε απ` τους Τρώες».
Ο Αγαμέμνων απάντησε στον Νέστορα: « Όλα σωστά τα λες σοφέ Νέστορα και αν, μα τον πατέρα Δία, μα την Αθηνά, μα τον Απόλλωνα, αν είχα δέκα συμβουλάτορες σαν και σένα γέρο Νέστορα γρήγορα θα κατακτούσα την Τροία». Μετά ο αρχηγός διέταξε το στράτευμα αφού γευματίσουν πρώτα ακολούθως να ετοιμαστούν με τάξη και γρηγοράδα για την εκπόρθηση των τειχών της Τροίας.
« Ελέγξτε τις ασπίδες σας, τις λόγχες ακονίστε, τις άμαξες, τα άλογα με προσοχή να δείτε, πανέτοιμοι να είσαστε για τη μεγάλη μάχη.»
Πριν ξεκινήσει η μάχη άρχισαν οι θυσίες προς τους θεούς για να τους συμπαρασταθούν στις σφοδρές συγκρούσεις. Ο Αγαμέμνων θυσίασε προς τιμήν του Δία, ένα καλοθρεμμένο μοσχάρι πέντε ετών. Κάλεσε στη θυσία τον Νέστορα, τον κρητικό Ιδομενέα, τον Τυδείδη, τους δύο Αίαντες, τον Οδυσσέα που γνώριζε όσα και ο Δίας και τον αδελφό του Μενέλαο. Ο Αγαμέμνων δεήθηκε με σεβασμό στον Δία να τον συνδράμει ώστε πριν τελειώσει η σημερινή μέρα να έχει κατεδαφίσει κάψει και διαλύσει την Τροία και να σκοτώσει τον γενναίο Έκτορα τον γιο του Πριάμου, τον αρχηγό του στρατεύματος των Τρώων. Έγιναν οι χοές, οι δεήσεις, οι ικεσίες, σκόρπισαν κριθάρι και ακολούθως έφαγαν από τα ψητά κρέατα και ήπιαν. Ο Νέστορας ζήτησε επίμονα από τον Αγαμέμνονα να μη χάνουν καιρό και να σπεύσουν να φανατίσουν τους πολεμιστές, να τους ξυπνήσουν τη λύσσα του πολέμου. Ο Αγαμέμνων διέταξε τους κήρυκες να διαλαλήσουν για την επικείμενη ανελέητη σύγκρουση. Παρατάχθηκαν υποδειγματικά οι άντρες με την επιστασία των αρχηγών όλων και του γενικού αρχηγού Αγαμέμνονα. Και πάνω απ` όλους βρισκόταν παντού η θεά Αθηνά, με το καθαρό, απαστράπτον διαπεραστικό βλέμμα της φορώντας την θεϊκή ανίκητη αιγίδα της με τα εκατό ολόχρυσα πλεγμένα κρόσσια γύρω γύρω που το καθ` ένα αξίζει εκατό βόδια.
Σαν αστραπή ολόφωτη κινιόταν η Παλλάδα ανάμεσα στο στράτευμα κι όλους τους εμψυχώνει, σε όλους δίνει δύναμη, κουράγιο και ανδρεία. Τα στήθη των στρατιωτών τα γέμιζε με θάρρος και φλόγα νίκης άστραφτε και έλαμπε στα μάτια και στο πλατύ χαμόγελο του κάθε αντρειωμένου. Ξέχασαν όλοι τη φυγή με τα γοργά τους πλοία και όλοι θέλαν πόλεμο και παύση να μην κάνουν πριν να ισοπεδώσουνε την πόλη του Πριάμου. Ξεκίνησε το στράτευμα με χάλκινα κοντάρια, ασπίδες, θώρακες, σπαθιά χάλκινα γυαλισμένα, αστραφτερά φαινότανε στου ήλιου τις ακτίνες και λάμπανε μέσα στο φως στου ουρανού τα ύψη όπως το βράδυ φαίνεται μακριά φωτιά που καίει.
Το πλήθος, οι κινήσεις, οι θόρυβοι και τ` άρματα και τις φωνές των στρατιωτών και των αλόγων θύμιζαν πολλά σμήνη πουλιών, κοπάδια κύκνων με μακρούς λαιμούς, γερανών, χηνών στον Άσιο κάμπο στις όχθες του Καϋστρίου που πετάνε από τη μια μεριά στην άλλη και όταν κάθονται το λιβάδι αντηχεί από τις στριγκές φωνές τους.
Οι άντρες που μαζεύτηκαν στον Σκάμανδρο τριγύρω ήτανε ακόμα πιο πολλοί απ` όλα τα λουλούδια κι από τα φύλλα πιότεροι σαν ο καιρός ανοίγει και έρχεται η Άνοιξη στου λιβαδιού τα μέρη. Κι από τις μύγες πιο πολλοί που φτάνουν στο μιτάτο σαν οι βοσκοί τυροκομούν και τις μυζήθρες κάνουν κι είναι γεμάτα τα σταμνιά με φρέσκο πρόβιο γάλα. Έτσι και οι πολεμιστές χιλιάδες στριμωγμένοι την ώρα λαχταρούσανε στην Τροία να μουντάρουν. Στην πόλη να ορμήσουνε και να την καταστρέψουν να πάρουνε τα λάφυρα και πίσω να γυρίσουν να σμίξουν τις γυναίκες τους και τα μικρά παιδιά τους και τους γονείς που γέροντες θα είναι τώρα πλέον.
Ο Αγαμέμνων και οι άλλοι αρχηγοί διευθετούσαν και χώριζαν τα στίφη των πάνοπλων στρατιωτών με στρατηγική τάξη και πειθαρχία όπως κάνουν οι έμπειροι βοσκοί με τα μεγάλα κοπάδια γιδοπρόβατα που όσο σκορπισμένα και να είναι τα φέρνουν σε τάξη και σειρά. Ο Αγαμέμνων ξεχώριζε σαν γίγαντας στο πλήθος και σαν θεός φαινόταν. Το γεμάτο έκφραση και κίνηση κεφάλι και η αστραποφόρα του ματιά θύμιζαν τον μέγα Δία που εποπτεύει, την ίδια στιγμή όλους τους ανθρώπους. Το σώμα του, μέσα στην ετοιμασία του πολέμου, θύμιζε τον αεικίνητο θεό του πολέμου Άρη ενώ το δυνατό στήθος του ήταν ίδιο με του Ποσειδώνα όταν υψώνει την θεόρατη τρίαινα. ‘Όπως ξεχωρίζει ένα τεράστιος ταύρος στην αγέλη έτσι ξεχώριζε και ο Αγαμέμνων στα πλήθη. Αυτό ήταν θέλημα του Δία να κάνει τον Ατρείδη να φαίνεται τεράστιος και ανίκητος και με φωνή βροντώδη.
Μούσες πανέμορφες θεές που όλα τα θωρείτε απ` του Ολύμπου τις κορφές τις χιονοσκεπασμένες, πείτε μου και φωτίστε μου τη σκέψη για να μάθω για τους σπουδαίους αρχηγούς που έφτασαν στην Τροία το κάστρο να γκρεμίσουνε του βασιλιά Πριάμου. Εσείς σεβάσμιες θεές που ξέρετε τα πάντα πείτε και πόσοι φτάσανε πολεμιστές στην Τροία να πολεμήσουν με ορμή στο όνομα του Δία. Εγώ γνωρίζω να σας πω για τον γοργό τον στόλο, πόσα καράβια φτάσανε και ποιοι τα κυβερνούσαν.
πέμψαι ἐπ’ Ἀτρεΐδῃ Ἀγαμέμνονι οὖλον ὄνειρον· στ. 6.
Ο Όνειρος ήταν θεότητα, Άγγελος, Αγγελιοφόρος του Δία, προσωποποίηση των ονείρων. Ο Ζευς έστελνε τον Όνειρο στους ανθρώπους την ώρα του ύπνου για να τους συμβουλεύσει, να τους καθοδηγήσει ή να τους αποκαλύψει το μέλλον.
θωρῆξαί ἑ κέλευε κάρη κομόωντας Ἀχαιοὺς, στ. 11.
κάρη, τό, Ιων. αντί κάρα, το κεφάλι.
κᾰρη-κομόωντες, οἱ, αυτοί που έχουν μακριά μαλλιά στο κεφάλι, μακρυμάλληδες.Λέγεται για τους Αχαιούς που άφηναν να μεγαλώσουν όλα τα μαλλιά τους (ενώ οι Άβαντες, διατηρούσαν μαλλιά μόνο στο πίσω μέρος του κεφαλιού, γι’ αυτό και ονομάζονταν ὄπισθεν κομόωντες.
.. νήπιος: νη ( στερητικό) και έπος= λόγος. στ. 38. Άμυαλος, με μυαλό νηπίου, άλογος.
..μετὰ δέ σφισιν ὄσσα δεδήει, στ. 93.
ὄσσᾰ, Αττ. ὄττα, ἡ, I. 1. Φήμη, διάδοση, (Λατινικά fama), η οποία, εθεωρείτο θεϊκή. Λόγος, Φήμη που ήρθε από το υπερπέραν. ὄσσα ἐκ Διός. Προσωποποιημένη, η όσσα= φήμη, ως αγγελιοφόρος του Δία.
ὦ φίλοι ἥρωες Δαναοὶ θεράποντες Ἄρηος, στ. 110.
Θεράποντες Άρηος: Υπηρέτες του θεού του πολέμου Άρη.
πολλέων ἐκ πολίων ἐγχέσπαλοι ἄνδρες ἔασιν, στ. 131.
ἔγχος, τό, I. δόρυ, κοντάρι, λόγχη.
ἐγχέσ-πᾰλος, -ον (πάλλω), αυτός που χειρίζεται, πάλλει το δόρυ.
Θερσίτης δ’ ἔτι μοῦνος ἀμετροεπὴς ἐκολῴα, στ. 212.
ἀμετρο-επής = α- μέτρον- έπος. Αχαλίνωτος στη γλώσσα, ακατάσχετος στα λόγια, χωρίς μέτρο.
1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.
2*. Αφιερωμένο στην φίλη Σμαρώ Σπανδωνίδου.
