Ακόμη και στην πιο αισιόδοξη εκδοχή τερματισμού της σύγκρουσης στην Ουκρανία η αναδιάταξη των δυνάμεων του ΝΑΤΟ και η προώθησή τους στα σύνορα της πρώην ΕΣΣΔ θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη.
Οπως είναι φυσικό και αναμενόμενο, οι ευρωπαϊκές χώρες εντός και εκτός Ε.Ε. που θέλουν να έχουν λόγο στην ασφάλεια της Γηραιάς Ηπείρου θα προσπαθήσουν να είναι παρούσες σε μια πρόκληση η οποία θα επηρεάσει όχι μόνο τη διατλαντική σχέση, αλλά και συνολικά τους ενδοευρωπαϊκούς συσχετισμούς.
Σε δύο χώρες της Ανατολικής Ευρώπης βασικά αναμένεται να προωθηθούν οι νατοϊκές δυνάμεις, στην Πολωνία και στη Ρουμανία.
Η προώθηση δυνάμεων στα σύνορα της πρώην ΕΣΣΔ θα οριοθετήσει εκ των πραγμάτων τις διμερείς σχέσεις με τη Ρωσία για τη Γερμανία και τη Γαλλία αλλά και για τη Βρετανία και κυρίως για την Τουρκία.
Η Τουρκία δεν θα μπορεί να παρατείνει για πολύ τον ρόλο του ουδέτερου μεσολαβητή που κρατά ίσες αποστάσεις από τη σύγκρουση στην Ουκρανία και να μετέχει με μάχιμες μονάδες στη νατοϊκή δύναμη που θα αναπτυχθεί στην Ανατολική Ευρώπη.
Με δυο λόγια όταν τελειώσει ο πόλεμος στην Ουκρανία οι χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ θα περιχαρακωθούν απέναντι στη Ρωσία όπως είχαν περιχαρακωθεί την εποχή του Ψυχρού Πολέμου απέναντι στην παρουσία της ΕΣΣΔ στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.
Ηδη στο Βερολίνο και στο Παρίσι η παραπάνω πρόκληση απασχολεί έντονα τις πολιτικές και στρατιωτικές ηγεσίες και εκ των πραγμάτων μπορεί να οδηγήσει σε έναν νέο γαλλογερμανικό ανταγωνισμό.
Είναι η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη χώρος κυρίαρχης επιρροής της Γερμανίας;
Η απλουστευτική αυτή προσέγγιση η οποία ακολούθησε την πτώση του Τείχους διαψεύστηκε σύντομα με τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς, που διασφάλισε την παρουσία των ΗΠΑ στο πρώην σοβιετικό μπλοκ.
Σήμερα, στη σκιά της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία αλλά και της απόφασης της Γερμανίας να επανεξοπλιστεί, θα ήταν αναμενόμενη μια πρωτοβουλία του Βερολίνου για μόνιμη στρατιωτική παρουσία στην Ανατολική Ευρώπη.
Αυτό που δεν ήταν αναμενόμενο ήταν η απόφαση της Γαλλίας να αναζητήσει μόνιμη παρουσία των στρατιωτικών δυνάμεών της στην Εσθονία, τη Λιθουανία και τη Ρουμανία, ένα γαλλικό «παρών» στην πρώτη γραμμή αντιπαράθεσης του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία του Πούτιν.
Προφανώς και το Παρίσι με την παρουσία του στη Βαλτική αλλά και στα Βαλκάνια επιδιώκει δύο στόχους:
● Πρώτον, τη διαφύλαξη του προβαδίσματος που έχει η στρατιωτική ισχύ της στην Ε.Ε. μετά την αποχώρηση της Βρετανίας και πριν υλοποιηθούν οι δεσμεύσεις της Γερμανίας για ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεών της.
● Δεύτερον, την ανάδειξή της εντός του ΝΑΤΟ σε προνομιακό εταίρο και συνομιλητή των ΗΠΑ, μια γεωπολιτική αναβάθμιση που θα της επιτρέψει να επηρεάζει την πολιτική της Ουάσινγκτον απέναντι στη Μόσχα, αλλά και να σταθεροποιήσει την προνομιακή παρουσία της στη Μεσόγειο.
Εξάλλου τα παραπάνω δίνουν νόημα και στην πρωτοβουλία Μακρόν για Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα, η ιδρυτική σύνοδος της οποίας έγινε πρόσφατα στην Πράγα.
Ολα τα παραπάνω αθροιστικά θα μπορούν να είναι σημαντικά πλεονεκτήματα στην προσπάθεια του Παρισιού να πιέσει το Βερολίνο να αποδεχτεί το γαλλικό προβάδισμα σε μια κοινή αμυντική προσπάθεια της Ε.Ε., ένα προβάδισμα που θα εξισορροπούσε την απόλυτη κυριαρχία της Γερμανίας στην ευρωζώνη.
Παρά τις διαφωνίες και αποκλίσεις συμφερόντων της Γερμανίας με τις ΗΠΑ, το Βερολίνο προτιμά διαχρονικά μια ενισχυμένη αμυντική συνεργασία με τις ΗΠΑ που θα ενίσχυε την ηγεμονική θέση της στην Ευρώπη παρά μια διμερή συνεργασία με τη Γαλλία στο πλαίσιο της οποίας θα ήταν ο ήσσων εταίρος.
