Οι περισσότεροι θεωρητικοί της πολιτικής αναγνωρίζουν ότι η σημαντικότερη εξέλιξη του 20ού αιώνα ήταν η διάδοση της δημοκρατίας. Δεν ήταν κάτι που έγινε αυτόματα. Προηγήθηκε ο όλεθρος των δύο παγκόσμιων πολέμων. Ως προς την ανακούφιση της τραγωδίας, με την εδραίωση του κοινωνικού κράτους, η Δύση έκανε τολμηρές μεταρρυθμίσεις, μέσω των οποίων μειώθηκαν οι κοινωνικές ανισότητες. Γλύκανε λίγο η ζωή των ανθρώπων. Φάνηκαν ευκαιρίες. Ανανεώθηκαν οι ελίτ. Βέβαια, αυξάνονταν οι ανισότητες Βορρά – Νότου, όπου ο Νότος περιλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου. Ωστόσο η παλίρροια της δυτικής ελευθερίας, η αποαποικιοποίηση πολλών χωρών, η παγκοσμιοποίηση, οι επαναστάσεις στον κόσμο των τηλεπικοινωνιών, των μεταφορών και των μετακινήσεων ήταν ένα μάθημα. Το μάθημα αυτό δεν διαβάστηκε στη συνθετότητά του. Αρκετοί φιλελεύθεροι υποστηρίζουν ότι δεν διαβάστηκε από τις αναδυόμενες δυνάμεις με αποχρώσεις αυταρχισμού που συγκροτούν σήμερα το αντιδυτικό μέτωπο, με χαρακτηριστικές τις περιπτώσεις της Κίνας, της Ρωσίας, του Ιράν, της Τουρκίας και άλλων ανερχόμενων χωρών. Το γιατί έγινε έτσι δεν θα το σχολιάσω εδώ. Το γεγονός, όμως, ότι η δημοκρατία περνάει ξανά από έναν κύκλο αμφισβητήσεων, δεν οφείλεται μόνον σε εξωγενείς δυνάμεις, σε γρίφους ή άλλους αντιδυτικούς φθόνους, αλλά σε επιλογές, σε πράξεις ή παραλείψεις των παραδοσιακών φυλάκων ή ιδιοκτητών της δυτικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.
Το ότι ο τιμητικός κατάλογος των ελεύθερων χωρών σταμάτησε να αυξάνεται, μόνο τυχαίο δεν είναι. Δεν είναι τυχαία ούτε η διαφορετική εικόνα από το μακρινό 1989, όταν στις 9 Νοεμβρίου γκρεμιζόταν το Τείχος του Βερολίνου και μαζί του το συμβολικό και ιδεολογικό κεφάλαιο του τότε διπολικού κόσμου. Οι αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητα της δημοκρατίας να εκπληρώσει τις υποσχέσεις της έχουν ενταθεί και έχουν βαθύνει.
Ομως, όσο δεν απαντιέται το πιεστικό ερώτημα «πόσο μετράει η δημοκρατία;» –λόγου χάρη, πόσο μετράει σε μια χώρα, όπως είναι φέρ’ ειπείν η Ελλάδα– τότε η φθορά της έχει συνέπειες. Οι συνέπειες αυτές είναι κοινό ή συλλογικό κόστος και όχι κόστος μιας παράταξης, ας πούμε της Νέας Δημοκρατίας, όπως νομίζει ένας ανέμελος επικεφαλής, ας πούμε ο πρωθυπουργός. Βέβαια, για να μείνουμε στο παράδειγμα πολιτικής στην Ελλάδα, ο κ. πρωθυπουργός απέτυχε να υλοποιήσει υποσχέσεις αλλαγών στο πολιτικό πεδίο και στον τρόπο διακυβέρνησης – πράγματα για τα οποία είχε δεσμευτεί προσωπικά. Ομως, δεν έμεινε εκεί. Πέτυχε να σπείρει την έλλειψη πίστης στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς, την απαξίωση της δικαιοσύνης, της επιστήμης, των μέσων ενημέρωσης, την απαξίωση όχι μόνον του δικού του κυβερνώντος κόμματος, αλλά και των κομμάτων της αντιπολίτευσης.
Η διαφανής φύση των δημοκρατικών πολιτικών συστημάτων, οι δημόσιες διαβουλεύσεις, ακόμα και οι αντιπαραθέσεις (που περιλαμβάνουν αντιπολιτευτικά κόμματα, επιτροπές ελέγχου, λογοδοσία, ανεξάρτητες αρχές, κοινωνία πολιτών, μέσα ενημέρωσης, εμπειρογνώμονες και γραφειοκράτες), διευκολύνουν τα δημοκρατικά κράτη να σηματοδοτήσουν αξιόπιστα τις προθέσεις τους. Εδώ, όμως, δεν έχουμε τέτοια θέματα.
Εχουμε χώρα που πνίγεται από τη δυσωδία των ενοχών· της σήψης (NYT)· έχουμε χώρα καταστάσεων ομηρίας· χώρα που βυθίζεται στην παρακμή της. Και ένα σύστημα εξουσίας που κάνει τους απλούς ανθρώπους να μην ξέρουν τι και ποιον να εμπιστευτούν, με τους πολίτες να γελάνε, να κλαίνε ή και να ντρέπονται. Σε τέτοιο κλίμα φατριασμού, το κόμμα προφανώς ορίζεται ως «Ομάς ανθρώπων ειδότων ν’ αναγινώσκωσι και ν’ ανορθογραφώσιν, εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες, ενούμενοι υπό ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν’ αναβιβάσωσιν αυτόν διά παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παράσχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι».
Είμαι ο τελευταίος που θα πω ότι ζούμε στην εποχή του Εμμανουήλ Ροΐδη. Ζούμε στον 21ο αιώνα, αλλά σε χειρότερη κατάσταση. Με έναν πρωθυπουργό να παρασύρει τη χώρα στην δική του άρνηση να δει την πραγματικότητα γύρω του. Με πανίσχυρους ολιγάρχες (θυμόσαστε τους «νταβατζήδες» του Κώστα Καραμανλή;) να θεωρούν ότι ο φιλελευθερισμός αρχίζει και τελειώνει στην άνεσή τους να επισκέπτονται το πρωθυπουργικό γραφείο, όπου όλοι μαζί, κουμπάροι κι οπαδοί, θρηνούν για την ορθότητα ενός πέναλτι. Το βέβαιο είναι ότι δεν θρηνούν για τη φτώχεια των συμπολιτών τους, δεν βλέπουν την οργή, τις φουρτούνες των άλλων, ούτε ενδιαφέρονται και πολύ για τον ευτελισμό και την απαξίωση των δημοκρατικών θεσμών. Αυτοανακηρύσσονται «φύλακες της δημοκρατίας» με την ίδια ευκολία που γίνεται σε όλες τις σύγχρονες χώρες.
Η αντιστροφή της πραγματικότητας, η καταστολή των ελεύθερων θεσμών, η απαξίωση της κριτικής σκέψης, της αξιοκρατίας, η απομείωση της λογικής και του έντιμου διαλόγου για την κοινωνική ενδυνάμωση, είναι καμπανάτες περιπτώσεις επάλληλων τραγωδιών που αξιώνουν την κάθαρσή τους πριν να είναι πολύ αργά. Αλλιώς, στα πόσα σκάνδαλα καίγεται μια δημοκρατία;
