Ιλιάς. Ραψωδία Α`. στ. 223-487.
Ο Αχιλλέας, προκειμένου να ξαλαφρώσει από την οργή που νιώθει για τον Αγαμέμνονα του μιλά με βαριές κουβέντες.
«Εσύ κρασοκουρούπα Αγαμέμνονα που παριστάνεις τον αρχηγό μας, δεν έρχεσαι στις μάχες, όμως τα λάφυρα τα απαιτείς και διεκδικείς τις πιο όμορφες και νέες σκλάβες μας. Έχεις καρδιά αδύναμη σαν ελαφιού και ματιά κοφτερή σαν την ματιά της σκύλας. Είσαι ένας άχρηστος, ένα ανίκανος αρχηγός.
«Να ξέρεις Αγαμέμνονα θάρθει η στιγμή κι η ώρα που εσύ θα με παρακαλάς να ξανά πολεμήσω γιατί αλλιώς ο Έκτορας τα πλοία σας θα κάψει και σας θα σφάξει σαν αρνιά και βόδια για θυσία».
Μίλησε και ο Νέστορας, ο βασιλιάς της Πύλου, που όλοι τον θαυμάζανε για την υπομονή του και τις σοφές του συμβουλές. « Ακούστε και προσέξτε με καλοί μου πατριώτες. Κακό μεγάλο πλάκωσε την άμοιρη πατρίδα με σας τους δύο πιο τρανούς όλο να διαφωνείτε και σαν σκυλιά να τρώγεστε εδώ στην ξένη χώρα. Ο Πρίαμος ο βασιλιάς της Τροίας θα πετάξει από χαρά που πιάνεστε σαν να `στε εχθροί μεγάλοι. Εσείς οι δυό που στ` άρματα και στη βουλή είστε πρώτοι τώρα εχθροί ε γίνατε και σ` όλα διαφωνείτε. Θέλω να με ακούσετε σαν πιο μεγάλος που είμαι και δεν θα μετανιώσετε αν κάνετε όσα λέω. Να μάθετε ότι γνώρισα άντρες ανώτερους σας που όλοι εκτιμούσανε την γνώμη τη δική μου και θαύμαζαν τα έργα μου και τη δική μου κρίση. Γνώρισα τον Πειρίθοον, τον Δρύαντα, Καινέα, Πολύφημον , Εξάδιον και τον λαμπρό Θησέα τον πολυτιμημένο γιο του ξακουστού Αιγέα. Τέτοιοι θνητοί ανίκητοι στη γη δε γεννηθήκαν και όλοι με θαυμάζανε και συμβουλές ζητούσαν. Έτσι και σεις ακούστε με και πράξτε όσα λέω: Ατρείδη Αγαμέμνονα μην πάρεις την κοπέλα που έχει τώρα ο Αχιλλεύς, κι εσύ τρανέ Πηλείδη να μη θυμώνεις συνεχώς με όσα κάνει εκείνος γιατί αρχηγός εστέφθηκε με θέληση του Δία. Κι εσύ ανίκητε, τρανέ, μέγιστε Αχιλλέα θεά έχεις μητέρα σου κι όλοι σ` εκτιμάνε για την ορμή την άφταστη που δείχνεις στις συγκρούσεις. Όλα τα είπες Νέστορα καλά και ζυγισμένα απάντησε ο αρχηγός ο θείος Αγαμέμνων:
«Όμως καλέ μου Νέστορα ο Αχιλλέας θέλει πάντα να είναι ο πρώτος των πρώτων ακόμα κι από μένα που είμαι αρχηγός με τη βουλή του Δία. Όλοι αναγνωρίζουμε την αξία του ως πολεμιστή ανίκητο αλλά αυτό δεν του δίνει το δικαίωμα να μιλά έτσι για μένα που είμαι υπεύθυνος για το στράτευμα και την πολεμική επιχείρηση εναντίον των Τρώων».
Κι ο Αχιλλεύς απάντησε « Δειλός θα ήμουν και ανίκανος αν σε όλα τα παράλογα που κάνεις και λες έσκυβα το κεφάλι και δεν αντιδρούσα. Διαταγές και αυταρχικές αποφάσεις να παίρνεις για τους άλλους, όχι για μένα. Οποιαδήποτε συνεργασία μας τέλειωσε. Όσο για την Βρισηίδα σας την παραχωρώ χωρίς αντίσταση. Όμως φτάνει, μέχρι εδώ ήτανε γραφτό να φτάσει η συνεργασία μας. Τέλος. Βάλτο καλά στο μυαλό σου. Θα πάρεις την Βρισηίδα αλλά τίποτα άλλο από τα λάφυρα μου. Θα τα φορτώσω στα γρήγορα πλοία μου και θα επιστρέψω στην πατρίδα μου την Φθία. Αν τολμήσεις να απαιτήσεις κάτι την ίδια στιγμή το μελανό αίμα σου θα ποτίσει την γη.
Μετά από αυτή την σφοδρή σύγκρουση των δύο ανδρών πήγε ο καθένας στην σκηνή του. Ο Αγαμέμνων αρμάτωσε καράβι με είκοσι κωπηλάτες το γέμισε με θησαυρούς και είπε στην Χρυσηίδα να ανέβει στο πλοίο για να επιστρέψει στον πατέρα της. Καπετάνιος στο καράβι ήταν ο πολυμήχανος Οδυσσέας. Ενώ ταξίδευε το πλοίο στης θάλασσας τα κύματα ο Αγαμέμνων διέταξε εξαγνισμό και καθαρμό για όλους, να φύγει το κακό που έφερε η οργή του Απόλλωνα ώστε καθαροί όλοι να προσφέρουν μεγάλες και θαυμαστές θυσίες προς τιμήν του Φοίβου Απόλλωνα. Ο καπνός από τις θυσίες των ταύρων και των εριφίων έφτανε στα ουράνια σκορπώντας την ευωδιά του στην ατμόσφαιρα. Ο Αγαμέμνων διέταξε τους βοηθούς του, τον Ταλθύβιο και τον Ευρυβάτη να πάνε στο στρατόπεδο του Αχιλλέα και να πάρουνε την Βρισηίδα από την σκηνή του.
Αν δεν θέλει να παραδώσει την κοπέλα θα πάω ο ίδιος να την πάρω και αυτό δεν θα του αρέσει καθόλου. Έτσι να του μηνύσετε. Φτάσανε γιαλό, γιαλό οι απεσταλμένοι στο στρατόπεδο των Μυρμιδόνων και με σεβασμό πλησίασαν την βασιλική σκηνή του Αχιλλέα.
-Ελάτε μη φοβόσαστε, δεν έχω τίποτα μαζί σας, στρατιώτες είσαστε και εκτελείτε τις διαταγές του αρχηγού σας. Ελάτε χωρίς φόβο. Τον φόβο θα τον έχει από δω και μπρος ο Αγαμέμνων.
Ο Αχιλλέας είπε στον Πάτροκλο να φέρει από την σκηνή την κοπέλα και να την παραδώσει στους απεσταλμένους του Αγαμέμνονα που θα είναι πλέον μάρτυρες ενώπιον θνητών και αθανάτων, για όσα συνέβησαν.
Ο Αχιλλέας όταν έφυγε η Βρισηίδα κάθισε περίλυπος με δάκρια στα μάτια και θρηνούσε για την κοπέλα που τόσο αγαπούσε. Άπλωσε τα χέρια ικετευτικά στην θεά μητέρα του και της είπε το παράπονο του για την αδικία που υφίσταται από τον Δία.
-Μητέρα μου που μ` έφερες στον κόσμο τον απάνω και γνώριζες ότι εγώ ποτέ δεν θα γεράσω αφού του βίου μου ο καιρός θα είναι μετρημένος. Γιατί ο Δίας ο τρανός, ο γιος του Θείου Κρόνου, τόσο πολύ με αδικεί στη λιγοστή ζωή μου; Έτσι κι ο Αγαμέμνονας μου πήρε την κοπέλα την Βρισηίδα την καλή που είχα συντροφιά μου. Με αδικούνε οι θεοί, κι οι άνθρωποι το ίδιο ενώ όλοι γνωρίζουνε ότι `μαι εγώ ο πρώτος. Ο πρώτος και καλύτερος σε δύναμη και θάρρος.
Σπάραξε από πόνο η μητέρα του Αχιλλέα, η Θέτις, η πρώτη των Νηρηίδων και κόρη του Νηρέα, όταν άκουσε το παράπονο και ένιωσε τον πόνο του μονάκριβου γιού της του Αχιλλέα. Βγήκε με φούρια από τα κατάβαθα νερά και κάθισε στο πλάι του γιου της. Γιατί έχεις τόση στενοχώρια αγαπημένο μου παιδί, τι σε βασανίζει;
« Μάνα όταν κατέλαβα την Θήβην , την πόλη του Ηετίωνα, έφερα εδώ τα λάφυρα να μοιραστούνε σε όλους δίκαια. Για τον αρχηγό Αγαμέμνονα, επέλεξαν την πανέμορφη Χρυσηίδα, κόρη του ιερέα Χρύση στον ιερό ναό του Απόλλωνα. Ο Χρύσης ήλθε μετά ικέτης, με πλήθος δώρα. Έφτασε κρατώντας το χρυσό του ιερό σκήπτρο και τα στέφανα του σύμβολα του ύψιστου αξιώματος του στο ναό του Φοίβου Απόλλωνος. Ζήτησε την κόρη του προσφέροντας Γη και Ύδωρ. Όμως ο Αγαμέμνων με βία απέρριψε το δίκαιο αίτημα του και τον έδιωξε κακήν κακώς αν και όλοι οι αρχηγοί ήθελαν να ικανοποιηθεί το αίτημα του Χρύση. Ακολούθησε η ανελέητη τιμωρία από τον τοξοβόλο Απόλλωνα ώσπου με δική μου προτροπή , αλλά και άλλων, στείλαμε ένα καράβι με καπετάνιο τον Οδυσσέα, στον Χρύση με την
κόρη και γεμάτο θησαυρούς μήπως μας σπλαχνιστεί ο Απόλλων. Ο αδίστακτος Αγαμέμνων έχασε την Χρυσηίδα αλλά απαίτησε και πήρε την αγαπημένη δική μου κοπελιά την όμορφη Βρισηίδα. Μάνα μου, που ξέρω πόσο μ` αγαπάς ανέβα αμέσως στον Όλυμπο και μίλησε στους αθανάτους για την άδικη συμπεριφορά του Αγαμέμνονα και το κακό που μου προξένησε. Ξέρω πόσο σε εκτιμά ο Δίας που, εσύ μόνη σου, τον έσωσες από θεϊκή συνομωσία. Οι θεοί, επειγόντως πρέπει να βρουν τρόπο να λογικευτεί ο Αγαμέμνων και να μάθει να μου φέρεται όπως μου αξίζει αφού είμαι παντού πρώτος των πρώτων».
«Θα πάω γιέ μου, σπλάχνο μου, στον χιονισμένο Όλυμπο, στον Δία να μιλήσω για το κακό που σου `κανε ο αδικητής Ατρείδης. Όλοι οι θεοί , μα και εγώ, καλέ μου Αχιλλέα, γνωρίζουμε ότι τα χρόνια που θα ζήσεις είναι λίγα. Έχουμε χρέος να σε βοηθήσουμε».
Την ίδια ώρα έφτανε στο λιμάνι της Χρύσας ο Οδυσσέας με τους θησαυρούς και τα δώρα και βέβαια με την Χρυσηίδα για να την παραδώσει στον πονεμένο πατέρα της, τον ιερέα Χρύση. Ο Χρύσης δέχθηκε με χαρά και αγαλλίαση την αγαπημένη του κόρη και διέταξε αμέσως να γίνουν οι θυσίες που προσφέρουν οι Αχαιοί στον Απόλλωνα. Ο λαμπρός βωμός ετοιμάστηκε και ο ιερέας δεήθηκε στον Απόλλωνα.
« Φοίβε ασημοδόξαρε και πολυδοξασμένε, αφέντη πολυτίμητε της Χρύσας, της Τενέδου, της θείας Κίλλας αρχηγέ, άκουσε τις ευχές μας και δείξε λύπηση γι αυτούς που έρχονται ικέτες στον ιερό σου το ναό τον χιλιοδοξασμένο»
Ο Απόλλων δέχθηκε τα αιτήματα των θνητών και αμέσως έγιναν οι ευχές με σπονδές από κριθάρι και άρχισε η σφαγή των ζώων που έφερε ο Οδυσσέας για να πραγματοποιηθούν οι θυσίες εκεί στον βωμό του Απόλλωνος. Η τσίκνα ανέβαινε θριαμβευτικά στους ουράνιους τόπους των θεών και οι θνητοί απόλαυσαν τα ψητά κρέατα και το σμαραγδένιο κρασί. Ακολούθησαν τραγούδια, παιάνες που έψαλλαν οι στρατιώτες των Αχαιών προς τιμή του τοξότη Απόλλωνα. Μετά το ιερό φαγοπότι κοιμήθηκαν δίπλα στο πλοίο τους στην αμμουδιά και μόλις η κόρη της νύκτας, η Ηώς, έφερε το πρώτο φως σάλπαραν για το στρατόπεδο τους στης Τροίας την παραλία. Ο Απόλλων τους έστειλε ούριο άνεμο και είχαν ένα τέλειο ταξίδεμα με πλέρια ανοιγμένα τα άσπρα τους πανιά. Ο μόνος θόρυβος ήταν αυτός που έκανε το ξύλινο σκαρί σπάζοντας το κύμα.
Μα αυτός δεν ήταν θόρυβος, ήταν ένα τραγούδι. Σαν έφτασαν στων Αχαιών τον φοβερό στρατώνα το πλοίο έξω βγάλανε και το `στησαν σε τάκους και όλοι πήγαν στις σκηνές για να αναπαυθούνε.
-Οἰνοβαρές, κυνὸς ὄμματ’ ἔχων, κραδίην δ’ ἐλάφοιο,
οὔτέ ποτ’ ἐς πόλεμον ἅμα λαῷ θωρηχθῆναι.στ. 225- 226.
Κρασοκουρούπα, άθλιε μ` άγρια μάτια σκύλας και με καρδούλα ελαφιού που τρέμει μπρος στη μάχη, να βγείς μπροστά με το στρατό ποτέ σου δεν το κάνεις.
Ο Αχιλλέας μιλά με σκληρά λόγια στον Αγαμέμνονα και του τονίζει ότι αντί να πολεμά παίρνει τις γυναίκες των άλλων, όπως τώρα την κοπέλα του Αχιλλέα την όμορφη Βρισηίδα.
-ἐν παλάμῃς φορέουσι δικασπόλοι, οἵ τε θέμιστας
πρὸς Διὸς εἰρύαται· ὃ δέ τοι μέγας ἔσσεται ὅρκος· στ..238- 239.
Στα χέρια τους οι δικαστές που όρισε ο Δίας κρατούν το νόμο του Διός και είναι ορκισμένοι μ` όρκους μεγάλους και βαρείς.
Ο θεόσταλτος νόμος είναι ο σεβασμός, ο ιερός φόβος και η αφοσίωση του ανθρώπου προς τον υπέρτατο Δία. Άρα ο προϊστορικός κόσμος στην Ελλάδα του τρωικού πολέμου και της Μυκηναϊκής εποχής δέχεται την μεταφυσική – θεϊκή προέλευση του νόμου.
χωόμενος ὅ τ’ ἄριστον Ἀχαιῶν οὐδὲν ἔτισας. στ. 244.
Ο Αχιλλέας λέει ότι είναι ο πρώτος των πρώτων, ο άριστος των Αχαιών. Για την ηρωική εποχή εκείνη αυτό δεν εθεωρείτο καυχησιά. Αντίθετα στην περίπτωση του Αχιλλέα ήταν μια μεγάλη αλήθεια και είχε το δικαίωμα να το καυχιέται χωρίς δισταγμό.
οἷον Πειρίθοόν τε Δρύαντά τε ποιμένα λαῶν, στ. 263.
Ο Πειρίθους ή Πειρίθοος ήταν μυθολογικός βασιλιάς των Λαπιθών της Θεσσαλίας και σύζυγος της Ιπποδάμειας. Στον γάμο του είχε καλέσει τους Κένταυρους οι οποίοι έχασαν τον έλεγχο μετά από ασταμάτητη οινοποσία. Οι ασυγκράτητοι ερωτομανείς Κένταυροι επιτέθηκαν στις γυναίκες των Λαπιθών και έγινε μάχη που έμεινε στην μυθολογική παράδοση ως Κενταυρομαχία. Στις νότιες μετόπες του Παρθενώνα αναπτύσσονται σκηνές Κενταυρομαχίας. Στη μάχη κέρδισε ο Πειρίθοος με την βοήθεια του φιλου του Θησέα. Ο Δρύαντας στον ίδιο στίχο είναι ένας Λαπίθης.
..ἐν δ’ ἀρχὸς ἔβη πολύμητις Ὀδυσσεύς. στ. 311.
Πολύμητις < πολύς και μήτις = με πολύ μυαλό, πανέξυπνος, πολύσοφος. Για τον Οδυσσέα ήταν ένα ταιριαστό επίθετο.
ᾠχόμεθ’ ἐς Θήβην ἱερὴν πόλιν Ἠετίωνος, στ. 366.
Θήβη, Θήβα. Μικρασιατική πόλη με το ίδιο όνομα της αιγυπτιακής και της ελληνικής πόλεως.
τοῦτο δέ τοι ἐρέουσα ἔπος Διὶ τερπικεραύνῳ
εἶμ’ αὐτὴ πρὸς Ὄλυμπον ἀγάννιφον αἴ κε πίθηται. στ. 419 – 420.
Τερπικεραύνω < τέρπω + κεραυνός. Αυτός που χαίρεται εξαπολύοντας κεραυνούς. Αναφέρεται πάντα για τον Δία και στο κύριο όπλο του που είναι ο ανίκητος κεραυνός.
Αγάννιφος< άγαν (πολύ) + νιφάς( χιόνι), Σκεπασμένος με πολύ χιόνι. Χιονοσκέπαστος.
οὐλο-χύται[ῠ], αἱ (οὐλαί, χέω), ολόκληροι ή χοντροαλεσμένοι κόκκοι κριθαριού, με τους οποίους έραιναν τα ζώα που όδευαν στο θυσιαστήριο, λίγο πριν θυσιαστούν. στ. 449.
Το κριθάρι είχε χρήση στις θυσίες. Συμβολική καύση ή απόθεση μιας ποσότητος από τη γεωργική εσοδεία.
«Επειδή τα πάντα έχομεν εκ των Θεών, είναι δίκαιον να δίδωμεν εις τους παρέχοντας τμήμα εκ των δωρεών των. Ούτω, προσφέρομεν εκ των αγαθών μας τα διάφορα αναθήματα, εκ του σώματός μας την κόμην μας και εκ της ζωής μας τας θυσίας. Αι προσευχαί χωρίς θυσίας είναι κενοί λόγοι, ενώ εκείναι που συνοδεύονται δια θυσιών, είναι λόγοι έμψυχοι, διότι ο λόγος ενισχύει την ζωήν και η ζωή εμψυχώνει τον λόγον» Σαλλούστιος «Περί των Θεών και του Κόσμου» (XVI, αδ), μετφ. Π. Γκράβιγγερ.
καλὸν ἀείδοντες παιήονα κοῦροι Ἀχαιῶν, στ. 473.
Καλόν τραγουδούσαν παιάνα οι κούροι των Αχαιών.
Για να ευχαριστήσουν τον Απόλλωνα και να τον τιμήσουν χόρευαν και τραγουδούσαν έναν παιάνα( τραγούδι χορού). Ο παιάνας είναι συνώνυμος με το εμβατήριο.
1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.
2*. Αφιερωμένο στην φιλότεχνη και πολυμαθέστατη φίλη Ελένη Μοτσοβολέα.
