Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ιλιάς Α`, 1-222. Κείμενο.

Θεά μεγαλοδύναμη τραγούδα για την έχθρα του Αχιλλέα του τρανού τ` ανίκητου Πηλείδη που στοίχειωσε τα σχέδια των Αχαιών στην Τροία. Πολλές ψυχές οδήγησε στον Άδη αυτή η έχθρα, ψυχές αδάμαστες, βαθιές σπουδαίων πολεμάρχων που τα κορμιά τους έγιναν βορά στα μαύρα όρνια και στα αδέσποτα σκυλιά που με ψοφίμια ζούνε. Βουλή του Δία ήτανε να γίνουν όλα έτσι, από την ώρα την κακιά που ο θείος Αχιλλέας κι ο Αγαμέμνων μάλωσαν και πια εχθροί γενήκαν, αφού ο Δίας άφησε να γεννηθεί το μίσος αναμεσίς στους δυο τρανούς, μέγιστους βασιλιάδες. Στην έχθρα τους βοήθησε ο γιος του Δία, Απόλλων, γιατί τον ιερέα του, τον σεβαστό τον Χρύση ο Αχιλλεύς αδίκησε που του `κλεψε την κόρη την Χρυσηίδα την καλή ομορφοθυγατέρα, και προσφορά την έκανε στον αρχηγό Ατρείδη, στον θείο Αγαμέμνονα των Αχαιών μπροστάρη. Ο Χρύσης παρακάλεσε τον δυνατό Ατρείδη και θησαυρούς του πρόσφερε την κόρη να του δώσει. Ο Χρύσης τους προσέφερε τον ουρανό με τ` άστρα, την κόρη να του δώσουνε κι αυτός θα μεριμνήσει ο Φοίβος ο Απόλλωνας βοήθεια να τους δώσει την Τροία την απόρθητη αυτοί να εκπορθήσουν. Μα αυτός σκληρά του φέρθηκε και κράτησε την κόρη. Αρρώστια αθεράπευτη έριξε ο Απόλλων στους Έλληνες και ξέκανε πολλούς γενναίους άντρες.

Όλοι οι Έλληνες ήθελαν να σεβαστεί ο Αγαμέμνων την επιθυμία του Χρύση, όμως, ο σκληρός Ατρείδης έκανε για μια ακόμα φορά του κεφαλιού του. Μάλιστα μίλησε απειλητικά στον ιερέα Χρύση λέγοντας του ότι δεν θα τον σώσουν από τα χέρια του ούτε τα σκήπτρα ούτε τα στέφανα του Απόλλωνα που είχε μαζί του. Μεγάλη ύβρις για τον ίδιο τον Απόλλωνα.

Την κόρη σου την έχω εγώ ω! ιερέα Χρύση κι εδώ μα και στο Άργος μου, στην πόλη που ορίζω. Εκεί μες στο παλάτι μου τη μέρα θα υφαίνει και τις νυχτιές θα χαίρομαι τα θαυμαστά της κάλλη. Πήγαινε τώρα γέροντα γερός αν θες να φύγεις.

Έφυγε με παράπονο και θλίψη στην καρδιά του που του `κλεψαν την κόρη του και χάθηκε για πάντα.

« Ω μέγιστε τρισένδοξε Απόλλωνα θεέ μου φρόντισε να τιμωρηθούν οι ασεβείς οι άνδρες που κλέψανε την κόρη μου την πολυαγαπημένη». Αμέσως τον συμπόνεσε ο τοξευτής Απόλλων κι σαν αέρας όρμησε απ` την κορφή τ` Ολύμπου κι άπειρα βέλη πέταξε θανατερά στα ζώα και σε πολλούς πολεμιστές στων Αχαιών τους χώρους.

Εννέα μέρες ο Απόλλων έριχνε τα βέλη του στους Αχαιούς σκορπώντας τον θάνατο – τιμωρία για την ύβρη του Αγαμέμνονα προς τον πιστό ιερέα Χρύση που υπηρετούσε τον πάνσεπτο ναό του Απόλλωνος της περιοχής. Το στρατόπεδο των Ελλήνων γέμισε από νεκρικές πυρές. Την δέκατη μέρα του αφανισμού που προκάλεσε ο Απόλλων ο Αχιλλέας συγκάλεσε γενική συνέλευση όπου μίλησε σε όλους:

«Αγαμέμνονα λέω να γυρίσουμε στην πατρίδα πριν μας αφανίσει όλους ο Απόλλων. Προτείνω να συμβουλευτούμε έναν ονειρομάντη, αφού και τα όνειρα είναι σταλμένα από τον Δία. Να μας πει ο μάντης γιατί οργίστηκε τόσο ο Απόλλων και μας θανατώνει. Μήπως δεν κάναμε θυσίες και τάματα αρκετά στην χάρη του»;

Αφού τέλειωσε ο Αχιλλέας πήρε τον λόγο ο μάντης Κάλχας που όλοι τον λογάριαζαν κορυφαίο προβλεπτή γιατί γνώριζε τα πάντα, και τα παλιά και τα μελλοντικά. Ο Κάλχας με τις συμβουλές του και τις προφητείες του βοήθησε να φτάσουν τα ελληνικά καράβια στην Τροία. Αυτήν την κρίσιμη ώρα είπε ο Κάλχας:

« Αχιλλέα θα σας εξηγήσω τον θυμό του εκηβόλου Απόλλωνα. Δεν οργίστηκε ο θεός για τάματα και θυσίες αλλά για μια πραγματική ύβρη που διέπραξε ο αρχηγός μας ο Αγαμέμνων προς τον Χρύση τον ιερέα, αφού τον έδιωξε με βία απ` εδώ όταν πρόσπεσε ικέτης ζητώντας την κόρη του Χρυσηίδα προσφέροντας θησαυρούς, δώρα, χρυσάφι και λύτρα. Προτείνω να διορθώσουμε το κακό που πράξαμε επιστρέφοντας την Χρυσηίδα στον πατέρα της Χρύση και να προσφέρουμε μέγιστες θυσίες στον Απόλλωνα, στον ιερό ναό του στην Χρύσα, όπου υπηρετεί πιστά ο ιερεύς Χρύσης».

Ο Αγαμέμνων θύμωσε με όσα είπε ο Χρύσης και όρθιος σηκώθηκε με φλογισμένα μάτια. Απ` το κακό του μαύρισε κι απ` τον θυμό αχνίζει. Στον Κάλχα πρώτα μίλησε και είπε οργισμένος: Μάντη κακών, απαίσιε, καλό ποτέ δεν μου πες και φαίνεται να χαίρεσαι κακό σαν προφητεύεις.

Ποιο είναι το λάθος που μου αποδίδεις ω μάντη κακών μαντάτων Κάλχα; Τόσο μεγάλο σφάλμα είναι που κράτησα την πανέμορφη κόρη του Χρύση την οποία ποθώ περισσότερο και από την αρχοντική γυναίκα μου Κλυταιμνήστρα; Η κοπελιά αυτή, η Χρυσηίδα, είναι ξεχωριστή σε τρόπους και σε κάλλος ενώ είναι ιδιαίτερα επιτήδεια, πολύ έξυπνη και μικρή σε ηλικία.

Αλλά θεός είναι αυτός, ο ύψιστος Απόλλων, ο τοξοβόλος ο τρανός, ο γιος του μέγα Δία και της πανέμορφης Λητώς. Παίρνω λοιπόν απόφαση την κόρη να επιστρέψω στον γέρο μαύρο κύρη της στον ιερέα Χρύση. Αν δεν το πράξω εγώ αυτό ο τοξευτής Απόλλων από θυμό κι από οργή όλους θα μας ξεκάνει. Δίνω λοιπόν την κοπελιά που τόσο εγώ την θέλω, να σπλαχνιστεί ο Απόλλωνας να μην μας αφανίσει. Όμως εσείς σκεφτείτε το, θέλω μια νέα κόρη, τον πόνο απ` την κοπελιά γρήγορα να ξεχάσω.

Ο Αχιλλέας απάντησε στον Αγαμέμνονα: «Γιε του Ατρέα, πλεονέκτη, φιλάργυρε αρχηγέ, τι θέλεις επιτέλους; Όλα τα λάφυρα από τις πόλεις που κατακτήσαμε τα έχουμε μοιράσει και πάντα εσύ έπαιρνες τα περισσότερα και τα πιο διαλεχτά. Δεν χορταίνεις λοιπόν ποτέ; Παράδωσε αμέσως την Χρυσηίδα στον πατέρα της μήπως και μας λυπηθεί ο Απόλλων. Μη νοιάζεσαι για όσα θα χάσεις. Θα τα πάρεις πίσω, τριπλά και τετραπλά, όταν εκπορθήσουμε την Τροία. Ο Αγαμέμνων απάντησε αμέσως στον Αχιλλέα λέγοντας του ότι μιλά εκ του ασφαλούς αφού στην σκηνή του τον περιμένει η υπέροχη Βρισηίδα ενώ ο ίδιος πρέπει αμέσως να παραδώσει τη δική του κοπέλα μήπως και μαλακώσει η οργή του Απόλλωνος.

Θέλω να έχω κοπελιά ίδια μ` αυτήν που δίνω κι αν δεν μου δώσετε εσείς την παίρνω μοναχός μου. Παίρνω εγώ του Αίαντα ή την δική σου αρπάζω, η του Οδυσσέα την κυρά, πάντως γυναίκα θάχω.

Αυτά θα τα ξαναπούμε, τα σχετικά με τις κοπέλες, και ποια θα πάρω από σας. Τώρα όμως αμέσως αρματώστε καράβι με δυνατούς κωπηλάτες να επιβιβαστεί η Χρυσηίδα και να βάλετε μέσα ότι χρειάζεται για μια λαμπρή θυσία στον Απόλλωνα. Καπετάνιος; Ας πάει ένας βασιλιάς, ας πάει ο Ιδομενέας ή ο Αίας, ο Οδυσσέας ή και εσύ Αχιλλέα αν θέλεις.

Ο Αχιλλέας απάντησε στον αυταρχικό Αγαμέμνονα:

« Ξεδιάντροπε, αλαζονικέ και συμφεροντολόγε κανείς εδώ δεν χαίρεται με τα δικά σου λόγια. Εδώ δεν έφτασα εγώ με τον στρατό μου όλο γιατί κακό μου έκαναν οι Τρώες οι γενναίοι, ούτε τα βόδια μου έκλεψαν ούτε και τ` άλογα μου, ούτε και την πατρίδα την παινεμένη Φθία εκπόρθησαν και ρήμαξαν για να τους πολεμήσω. Για σας και τη φαμίλια σας ήρθαμε εδώ στην Τροία την ντροπιασμένη σας τιμή να σώσουμε αντάμα. Και τώρα με αδιαντροπιά ζητάς την κοπελιά μου που `ναι δικό μου λάφυρο και θέλεις να τ` αρπάξεις. Χίλιες φορές καλύτερα στην Φθία ν` επιστρέψω παρά να σε υπηρετώ μονοφαγά Ατρείδη και λάφυρα και θησαυρούς για σένα να μαζεύω.»

Ο Ατρείδης Αγαμέμνων απάντησε στον Αχιλλέα με τα παρακάτω λόγια: « Φύγε λοιπόν Αχιλλέα, γύρνα στην Φθία, κανείς δε σε κρατά. Δε θα σε παρακαλέσω να μείνεις, έχω εδώ τόσους και τόσους γενναίους. Εσύ συνεχώς προβλήματα μου δημιουργείς τόσο οξύθυμος που είσαι. Είσαι βέβαια ο πιο γενναίος και αυτό είναι θεού χάρισμα, όμως με τόσα προβλήματα που δημιουργείς μόνο έχθρα νιώθω για σένα. Μάθε πως τ` αποφάσισα, αφού χάνω την Χρυσηίδα θα σου πάρω την Βρισηίδα, εγώ είμαι ο αρχηγός και συ να υπακούσεις».

Ο Αχιλλέας μάνισε π` άκουσε αυτά τα λόγια. Συγχύστηκε και αντάριασε όσο δεν πήγαινε άλλο. Σκέφτηκε με το ξίφος του να σφάξει τον εχθρό του τον αναιδέστατο αρχηγό που του `πε τέτοια λόγια. Μήπως την τρομερή οργή που ένιωθε στα στήθη να τιθασεύσει για καλό όλης της συμμαχίας; Όμως ξεχείλιζε η οργή, ξεχείλιζε το μίσος κι αυτόματα το χέρι του έφτασε στο σπαθί του. Όμως το θαύμα έγινε και ήλθε απ` τα ουράνια η Αθηνά που έστειλε η λευκοχέρα Ήρα.

Η Ήρα, πρώτη στην τάξη θεά και σύζυγος του Δία, είχε μεγάλη αδυναμία και αγάπη και στον Αχιλλέα και στον Αγαμέμνονα. Δεν ήθελε να γίνει σφαγή και να ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των Ελλήνων με ολέθριες συνέπειες. Η Αθηνά στάθηκε πίσω από τον Αχιλλέα ακουμπώντας το χέρι της στα ξανθά μαλλιά του. Μόνο εκείνος την έβλεπε και κανένας άλλος. Ο Αχιλλέας γνώρισε και αναρίγησε βλέποντας την πανέμορφη θεά Αθηνά και το κοφτερό γεμάτο υπερκόσμια λάμψη βλέμμα της τον διαπέρασε.

«Κόρη του Δία, πάνσοφη κι ατρόμητη Παλλάδα, έφτασες απ` τον Όλυμπο στου Ίλιου τα μέρη να δεις και με τα μάτια σου τα άδικα τα έργα τ` Ατρείδη Αγαμέμνονα που το καλό δεν ξέρει; Μ` αυτά του τα φερσίματα στον Άδη θα τον στείλω»

Η Αθηνά προσπάθησε να καλμάρει τον Αχιλλέα λέγοντας του ότι τον έστειλε εδώ η Ήρα που νοιάζεται πολύ γι` αυτόν αλλά και για τον Αγαμέμνονα. Τον παρακαλεί και τον συμβουλεύει να βάλει το κοφτερό του σπαθί στην θήκη και με λόγια σκληρά να μιλήσει στον Αγαμέμνονα ώστε να μαλακώσει ο θυμός του. «Και εσύ ατρόμητε Αχιλλέα θα `ρθει καιρός που διπλά και τρίδιπλα θα αποζημιωθείς για όλα όσα περνάς τώρα με τον άδικο αρχηγό».

« Θεά μου ακριβοθώρητη αστραφτερή Παλλάδα ας γίνουν όπως το ποθείς τα πράγματα εδώ κάτω. Θα σε ακούσω Αθηνά κόρη του μέγα Δία και ξέρω πως αυτό ποθούν όλοι οι θεοί τ` Ολύμπου».

Πέταξε πάλι η Αθηνά στα δώματα τ` Ολύμπου όπου ο Δίας κατοικεί μ` όλους τους αθανάτους.

Μῆνιν ἄειδε, θεά, Πηληιάδεω Ἀχιλῆος, στ.1

Του Αχιλλέα το θυμό τραγούδησε θεά μου.

Η άμεση και πρωταρχική αναφορά του ποιητή στη μάνητα, στο θυμό του Αχιλλέα, ως κύριο και συστατικό στοιχείο της διάρθρωσης του έπους.

Ἀτρεΐδης τε ἄναξ ἀνδρῶν καὶ δῖος Ἀχιλλεύς, στ.7.

Ο γιος του Ατρέα, ο βασιλιάς κι ο θείος Αχιλλέας.

δῖος, δῖα, δίον (θηλ. δῖος και δία, σε Ευρ.), συνηρ. αντί δίϊος, (Διός, γεν. του Δίς)· = όμοιος με, προς τους θεούς, θεϊκός, θείος.

οὕνεκα τὸν Χρύσην ἠτίμασεν ἀρητῆρα, στ.11

Ο Χρύσης που αναφέρει στον στίχο 11 ο Όμηρος ήταν ο σεβάσμιος ιερέας στο Ναό του Απόλλωνος στη Χρύσα, απέναντι από την Τένεδο. Ήταν πατέρας της πανέμορφης Χρυσηίδας που δόθηκε από τον Αχιλλέα ως γέρας (λάφυρο) στον Αγαμέμνονα.

τῷ γὰρ ἐπὶ φρεσὶ θῆκε θεὰ λευκώλενος Ἥρη·στ.55

Η θεά Ήρα η λευκώλενος, με τις λευκές ωλένες, η λευκοχέρα, η αεπροχέρα. Η Ήρα αναφέρεται συχνά από τον Όμηρο ως «λευκώλενος» για να τονισθεί η αριστοκρατική της υπόσταση. Στον τρωικό πόλεμο τάσσεται με το μέρος των Αχαιών. Ο Όμηρος αναδεικνύει την υπερηφάνεια της ως πρώτης θεάς αλλά και την πανουργία της. Στα λατινικά Hera σημαίνει:» Η πρώτη Κυρία».

εἴ ταρ ὅ γ’ εὐχωλῆς ἐπιμέμφεται ἠδ’ ἑκατόμβης, στ.65.

.. ἄγειν θ’ ἱερὴν ἑκατόμβην, στ.99

Εκατόμβη: Θυσία εκατό βοδιών. Αναφέρεται και για κάθε μεγάλη θυσία.

πρίν γ’ ἀπὸ πατρὶ φίλῳ δόμεναι ἑλικώπιδα κούρην, στ.98.

Ελικώπις Κόρη= Κόρη με φωτεινά, απαστράπτοντα, ελικοειδή, γοργά μάτια. Έλιξ και ώψ. Μάτια που σε ζαλίζουνε σαν έλικα που περιστράφεται.

«Μάντι κακῶν οὐ πώ ποτέ μοι τὸ κρήγυον εἶπας· στ. 106.

Εδώ ο Αγαμέμνων αποκαλεί τον Κάλχα «μάντη κακών» για να θυμίσει την ολέθρια θυσία της κόρης του Ιφιγένειας στην Αυλίδα. Αυτό το ανείπωτο αίτημα το ζήτησε ο Κάλχας προκειμένου να εξευμενίσουν τους θεούς ανέμους ώστε να «σπρώξουν» τα πλοία τα ελληνικά, προς την Τροία.

Θεία θάλασσα.

νῦν δ’ ἄγε νῆα μέλαιναν ἐρύσσομεν εἰς ἅλα δῖαν, στ. 141. Τώρα στην θεία θάλασσα να πλεύσει μαύρο πλοίο.

Έπεα πτερόεντα = Λόγια με φτερά.

καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα· στ. 201.

Γλαυκῶπις Ἀθήνη.

Τὸν δ’ αὖτε προσέειπε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη· στ.206. Η αστραπόμορφη θεά σ’ εκείνον απεκρίθη:

Γλαυκώπις από το γλαυκός ( απαστράπτων, αστραφτερός) και ώψ = μορφή, οφθαλμός, όψις.

1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.

2*. Αφιερωμένο στον αγαπημένο φίλο και λάτρη του Ομήρου, Γιάννη Κολιομίχο.