Γιατί ο κ. πρωθυπουργός έδωσε εντολή διαγραφής του κ. Πάτση από την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Ν.Δ.; Διότι, υποτίθεται, η δράση του «…δεν συνάδει με τον αξιακό κώδικα της κυβέρνησης»· γιατί οι απαντήσεις του για τις δουλειές του με τα «κόκκινα» δάνεια και τα ΕΛΤΑ «δεν κρίθηκαν επαρκείς». Η ερμηνεία του κ. Πάτση ήταν κάπως διαφορετική. «Σωστά με διέγραψε, διότι ο κ. πρωθυπουργός έχει να αντιμετωπίσει πάρα πολύ σοβαρά εθνικά θέματα και δεν πρέπει να αφήνει ανεξέλεγκτο το τοξικό κλίμα που σπέρνει η αντιπολίτευση και… οι συκοφαντίες του ΣΥΡΙΖΑ». Από κει και πέρα ο βουλευτής κ. Πάτσης επικαλέστηκε τη νομιμότητα των δράσεών του, επικαλέστηκε το γεγονός ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί της Βουλής ήταν ενήμεροι, όπως και η ίδια η κυβέρνηση: «Νομίζετε ότι ένα πολιτικό κόμμα δεν ξέρει ποιον έχει στα ψηφοδέλτιά του;
Ολη η Ελλάδα το ήξερε, αλλά και το κόμμα το ήξερε». Τέλος, ο πάροχος των εξειδικευμένων νομικών υπηρεσιών στα ΕΛΤΑ επικαλέστηκε και λίγη… άγνοια νόμου. Βεβαίως σε παλαιότερες δηλώσεις ταυτιζόταν με τους αξιακούς κώδικες του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη. Και όπως αποδεικνύεται, ο κ. Πάτσης είχε τις τελευταίες μέρες στενή συνεργασία για συγκάλυψη της υπόθεσης με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο.
Το στοιχείο με υψηλό βαθμό ενδιαφέροντος σ’ αυτή την υπόθεση είναι η στάση «έκπληξης» των φιλοκυβερνητικών ΜΜΕ και η αγωνία «τι θα κάνετε τώρα εκεί στην κυβέρνηση;» Οι δημόσιες απαντήσεις στην απορία κυμάνθηκαν από τα «αυτό είναι ένα άλλο θέμα που θα πρέπει να ερευνηθεί», «είναι μια στενάχωρη κατάσταση», «εγώ πάντως δεν θα το έκανα», «πες μου ποια είναι η δράκα;» κ.ο.κ. μέχρι την παραδοχή «προφανώς ήταν ένα λάθος». Δηλαδή, ένα κομψό τίποτα. Το δεύτερο στοιχείο ήταν η προσχηματική διαγραφή του κ. Πάτση, ώστε να μην υπάρξει περίπτωση αυτό το σκάνδαλο να αγγίξει τον πρωθυπουργό και το περιβάλλον του – όπως ακριβώς έγινε με το σκάνδαλο των υποκλοπών.
Ενα συμπέρασμα που θα μπορούσε να εξαχθεί από τα παραπάνω είναι ότι τον πιστό -εν προκειμένω τον κάθε φιλοκυβερνητικό πιστό- τον ενδιαφέρει περισσότερο η προφητεία και λιγότερο ο ίδιος ο προφήτης. Ομως με την προϋπόθεση που έθετε λ.χ. ο Χομπς, ο οποίος σημείωνε ότι με το λατινικό «credo in» και το ελληνικό «πιστεύω εις», όπως χρησιμοποιούνται στη θρησκεία, δεν εννοούμε εμπιστοσύνη σε κάποιο πρόσωπο (λ.χ. στον Μωυσή ή στον Πάτση), αλλά την παραδοχή ενός δόγματος. Αλλά εδώ δεν υπάρχει κάποιο δόγμα. Εδώ, μέσα από κοσμικούς μηχανισμούς της πολιτείας, θεμελιώνεται το ελεύθερο (διάβαζε η ασυδοσία) «να κάνουμε ανεμπόδιστα τις δουλειές μας».
Στο παραπάνω πλαίσιο ένα θεσμικό αντίδοτο στο πλιάτσικο των δημόσιων οικονομικών θα ήταν -ας πούμε- η διαφάνεια. Αλλά η διαφάνεια έχει αμφίδρομη σχέση με την ανάπτυξη, με την ίδια την ουσία της δημοκρατίας. Και καμία σχέση με τις κυβερνητικές ανοησίες για το ποιοι συνεισφέρουν στα δημόσια ταμεία αγοράζοντας μακαρόνια, με «θαυματουργά καλάθια» και συνθήματα «όλα στο φως» (που σημαίνουν «όλα στο σκοτάδι»).
Ακόμα και μια υποθετική ελληνική επιχείρηση «καθαρά χέρια» θα είχε προϋποθέσεις, οι οποίες προς τον παρόν και με την κυβέρνηση Μητσοτάκη απλά δεν πληρούνται. Επομένως έρχεται ο οπαδός τής «tangentopoli», της διεφθαρμένης πολιτείας, να ισχυριστεί ότι κατοικεί στη διαφάνεια και ότι στην πραγματικότητα είναι κρυστάλλινος. Η αλήθεια είναι ότι ο νεποτισμός, οι ημέτεροι, οι πλιατσικολόγοι αλλά και τα ελατήρια των συλλογισμών και των πράξεών τους, όλες οι βίδες του μηχανισμού και τα ελάσματα (κίνητρα ονομάζονται στην οικονομική), στο τέλος αποκαλύπτουν μια μονομερή και παράλογη φρικωδία.
Ισως το μόνο δόγμα που θα μπορούσε να συζητηθεί -και από την πλευρά της αντιπολίτευσης- είναι ο κυβερνητικός «αντικρατισμός»… στην πιο κρατικοδίαιτη χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Το σπιράλ σήμερα συνδέεται με τα δισεκατομμύρια των ευρωπαϊκών ταμείων, ένα πραγματικό χρυσωρυχείο για τις μεγάλες επιχειρήσεις αλλά και τις επιχειρήσεις παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών, που δεν διαμορφώνουν ένα υποτιθέμενο κλίμα θεμιτού και υγιούς ανταγωνισμού, αλλά εκπόνησης και υλοποίησης σχεδίων μονομερούς μεταβίβασης του πλούτου στους ήδη πλούσιους και φτωχοποίησης των υπολοίπων.
Μπροστά στα υπερκέρδη του ενδημικού ιδιαίτερου «αντικρατισμού» προφανώς δεν υπάρχουν συγκρούσεις συμφερόντων και, δυστυχώς, κανένας κανόνας. Και αυτό είναι κοινός τόπος στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. και όχι μόνο στην Ελλάδα. Απλώς στην Ελλάδα και με αυτή την κυβέρνηση η περιφρόνηση της λογικής και η περιφρόνηση προς τους ανθρώπους είναι ο προσφιλής κανόνας στον συγκεκριμένο κύκλο πολιτικών. Το κακό νέο για τον συγκεκριμένο κύκλο είναι ότι δεν μπορεί πλέον να κρατιέται επ’ αόριστον ως εμπιστευτική, περιπτωσιολογική, μεταξύ τους υπόθεση. Είναι κραυγαλέα, υπαρξιακή κοινωνικοπολιτική υπόθεση.
