ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιάννης Σιώτος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η «επόμενη μέρα» βρίσκεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος όλο και πιο πολλών γραφιάδων. Οι δημοσιεύσεις κειμένων που επικεντρώνονται στις επιπτώσεις που θα έχουν στην πολιτική και οικονομική διακυβέρνηση του πλανήτη και στα μεγάλα γεγονότα των τελευταίων ετών είναι όλο και πιο συχνές. Παγκοσμιοποίηση, δημοκρατία, διεθνείς σχέσεις, κοινωνικά δικαιώματα, εργασία, οργάνωση παραγωγής μπαίνουν στο μικροσκόπιο.

Επινοούνται λέξεις για να περιγράψουν τον νέο κόσμο που οι λίγοι κατασκευάζουν για λογαριασμό των πολλών. Οι περισσότερες νέες λέξεις προκύπτουν προσθέτοντας στις παλιές την πρόθεση «μετά» ή το επίθετο «νέο»: μετα-δημοκρατία, μετα–παγκοσμιοποίηση, μετα-νεοφιλελευθερισμός, νεο-ιμπεριαλισμός, νεο-αποικιοκρατία…

Οπως είναι αναμενόμενο, τα συμπεράσματα και οι προβολές ποικίλλουν: κάποιοι περιγράφουν έναν καλύτερο κόσμο και κάποιοι ένα δυστοπικό αύριο. Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι τόσο οι «αισιόδοξοι» όσο και οι «απαισιόδοξοι» στην ανάλυσή τους χρησιμοποιούν τα ίδια «εργαλεία».

Η πανδημία, η εισβολή και ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι νέοι γεωπολιτικοί και οικονομικοί συνασπισμοί, οι κυρώσεις και οι αντι-κυρώσεις, η έκρηξη των τιμών της ενέργειας, το ξύπνημα του πληθωρισμού από τη νάρκη των σαράντα χρόνων, από γνωρίσματα που προσδιορίζουν την προαιώνια μάχη του «καλού» με το «κακό», όπως συστηματικά εμφανίζονται από τις ηγεσίες, μετατρέπονται σε «σκαλοπάτια» μιας σκάλας που οδηγεί στο… «μετα-» και στο «νεο-».

Η αλήθεια είναι ότι η συζήτηση αυτή έχει ξεκινήσει πριν ξεσπάσει η πανδημία. Οι περισσότεροι στοχαστές περιέγραφαν τον κόσμο στην «εποχή του μετα-νεοφιλευθερισμού» ως μικρότερο, λιγότερο παγκόσμιο, περισσότερο περιφερειακό, πιο κυνικό, πιο αυταρχικό, αναθεωρητικό.

Υποστήριζαν ότι η φάση του νεοφιλελευθερισμού, που διαπνεόταν από την παραδοχή ότι το κεφάλαιο, τα αγαθά και οι άνθρωποι θα πήγαιναν όπου θα ήταν πιο παραγωγικά και ότι το αόρατο χέρι θα φρόντιζε την ισορροπία, έχει ολοκληρωθεί και ότι η επόμενη μέρα θα βρει τη νεοφιλελεύθερη οικονομική σκέψη να μετακινείται από το «παγκόσμιο» στο «λιγότερο παγκόσμιο», δηλαδή στο «περιφερειακό». Υπό μία έννοια, αυτή η μετακίνηση είναι απτή αποτυχία του κλασικού νεο-φιλελευθερισμού, ο οποίος στόχευε σε έναν καπιταλισμό σε παγκόσμια κλίμακα, στον οποίο η παραγωγή, οι κεφαλαιαγορές και το εμπόριο θα συνδέονταν με θεσμούς που υπερισχύουν των νόμων οποιουδήποτε έθνους-κράτους.

Αν μελετήσει κανείς την οικονομική ιστορία στην περίοδο 1945-2020, θα διαπιστώσει ότι η μεταπολεμική παγκόσμια οικονομική τάξη βασίστηκε σε θεσμούς και παρεμβάσεις που στόχευαν σε οικονομία παγκόσμιας κλίμακας. Το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα, ο ΠΟΕ, οι διακρατικές εμπορικές συμφωνίες, οι κυμαινόμενες ισοτιμίες, ήταν μερικές από τις απαραίτητες ψηφίδες για το παγκοσμιοποιημένο εμπόριο αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων. Οι «πρωτοβουλίες» αυτές ήταν συνεπείς στη νεοφιλελεύθερη προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία το πολιτικό συμφέρον είναι ταυτισμένο με το επιχειρηματικό.

Αλλωστε, αυτή η αντίληψη διέπνεε τις πολιτικές ελίτ των ισχυρών κρατών όταν έκαναν επεμβάσεις σε φτωχές και ευάλωτες χώρες, για να εξασφαλίσουν πρόσθετα ή να διαφυλάξουν προϋπάρχοντα συμφέροντα των επιχειρήσεών τους. Παραδείγματα πολλά. Η κρίση στο Σουέζ τη δεκαετία του 1950, οι παρεμβάσεις στην Αφρική και τη Νότια Αμερική στις επόμενες δεκαετίες και η πρόσφατη κρίση χρέους της Νότιας Ευρώπης είναι μερικά.

Σταδιακά επικράτησε η αντίληψη ότι το εμπόριο υπερισχύει της πολιτικής, η οποία κορυφώθηκε κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Κλίντον, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες έκλεισαν μια σειρά διακριτικών εμπορικών συμφωνιών και πίεσαν για την ένταξη της Κίνας στον ΠΟΕ. Δεν θα ήταν υπερβολή αν υποστήριζε κανείς ότι η ανάδειξη του εμπορίου σε κυρίαρχο σκοπό οδήγησε σε αποδυνάμωση της δημοκρατίας, καθώς για μια φούχτα δολάρια φιλελεύθερες δημοκρατίες στήριξαν και ενίσχυσαν αιμοσταγείς δικτάτορες και ανήθικους αυταρχικούς ηγέτες.

Οι αλλαγές που πυροδότησαν οι κρίσεις χρέους του 2008 και του 2010, η πανδημία και ο πόλεμος στην Ουκρανία έκαναν ξεκάθαρο ότι η αντίληψη της παγκοσμιοποιημένης παραγωγής, εμπορίου και ροών κεφαλαίων, δέχτηκε καίριο πλήγμα. Οι ανισορροπίες στην αγορά κεφαλαίων, οι διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας και οι γεωπολιτικές αναταραχές έκαναν φανερό ότι το πολιτικό δεν ταυτίζεται με το οικονομικό.

Ταυτόχρονα, ο πλημμελής εφοδιασμός σε πρώτες ύλες, η ανατροπή της ισορροπίας στην αγορά ενέργειας και η ανισορροπία στον εφοδιασμό με βασικά τρόφιμα, που πυροδότησαν τον πληθωρισμό, έκαναν ορατές τις «κατασκευαστικές ατέλειες και τις κακοτεχνίες» του «νεοφιλελεύθερου οικοδομήματος».

Εύλογο το ερώτημα: Και μετά; Οπως έγραψε η Ράνα Φόρουχαρ (Rana Foroohar) σε δοκίμια που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στους «New York Times» και στο «Foreign Affairs» μετά την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία, «η παγκοσμιοποίηση δεν θα επιστρέψει σε αυτό που ήταν πριν από μια δεκαετία. Ούτε [όμως] θα εξαφανιστεί εντελώς».

Ηδη οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ έχουν αρχίσει να προσαρμόζονται σε ένα μικρότερο… παγκόσμιο. Σε έρευνα του 2021 από την εταιρεία συμβούλων McKinsey, το 92% των στελεχών της παγκόσμιας αλυσίδας εφοδιασμού που ερωτήθηκαν δήλωσαν ότι είχαν ήδη αρχίσει να αλλάζουν τις αλυσίδες εφοδιασμού τους για να τις κάνουν πιο τοπικές ή περιφερειακές και για να διασφαλίσουν ότι δεν εξαρτώνται από μία χώρα.

Και αυτό γίνεται με την ενθάρρυνση των κυβερνήσεων, οι οποίες συνδέουν τον εφοδιασμό με την απόσταση και την ασφάλεια. Ανάλογες παρεμβάσεις γίνονται και στις αγορές χρήματος και ενέργειας. Είναι εντυπωσιακό να παρατηρεί κανείς την ταχύτητα με την οποία οι έννοιες της «αυτάρκειας» και της «απεξάρτησης» αντικατέστησαν τις επικλήσεις της «ελεύθερης διακίνησης αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων».

Φυσικά, με τα σημερινά δεδομένα είναι σχεδόν αδύνατον να προσδιοριστούν με σχετική ακρίβεια τα χαρακτηριστικά της μετα-παγκοσμιοποίησης και του μετα-νεοφιλελευθερισμού. Το πιθανότερο είναι ότι η μετα-νεοφιλελεύθερη τάξη θα έχει πολύ πιο περιορισμένα γεωγραφικά όρια, υψηλότερο βαθμό εξειδίκευσης και πιο ασφυκτικό πολιτικό, κοινωνικό έλεγχο, δηλαδή μία μορφή διαφορετικής δημοκρατίας, στην οποία τα δικαιώματα των πολλών θα υποτάσσονται στις σκοπιμότητες των λίγων.

Και εμείς; Εμείς, καθοδηγούμενοι από τους εντεταλμένους αφηγητές της καθημερινότητας των τηλεοπτικών σταθμών και του διαδικτύου, παρακολουθούμε περιστατικά ηθικών, πολιτικών, οικονομικών παρεκτροπών, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος των αλλαγών που επιτελούνται στον «έξω κόσμο». Και ένα πρωί, όταν η πραγματικότητα θα έχει γίνει αναπότρεπτη, θα αναρωτιόμαστε για πολλοστή φορά: «Μα πώς φτάσαμε μέχρι εδώ χωρίς να πάρουμε τίποτε χαμπάρι;»..

*Δημοσιογράφος, συγγραφέας