Οδύσσεια, ραψωδία ω`.
Περίληψη.
Ο Ερμής ο ψυχοπομπός , οδηγεί τις ψυχές των Μνηστήρων στο Άδη. Συναντούν τις ψυχές του Αχιλλέα, του Αγαμέμνονα, του Πατρόκλου, του Αίαντα και άλλων. Ο Αχιλλέας συνομιλεί με τον Αγαμέμνονα. Οι Μνηστήρες συνομιλούν με τον Αγαμέμνονα για όσα έγιναν στο ανάκτορο του Οδυσσέα και πως εκείνος ο πολυμήχανος τους εγκλώβισε σε θανάσιμο δίχτυ. Ο Αγαμέμνων συγκρίνει την πιστή Πηνελόπη με την άπιστη Κλυταιμνήστρα.
Ο Οδυσσέας πηγαίνει στον πατέρα του, Λαέρτη, στο εξοχικό ανάκτορο με τους θαυμάσιους κήπους και τα πολλά δέντρα. Ο Οδυσσεύς δοκιμάζει τον πατέρα του παριστάνοντας κάποιον ξένο. Λυγίζει όμως όταν βλέπει τόσο λυπημένο τον πατέρα του και του λέει ποιος είναι. Ο Λαέρτης ζητά σημάδια για να τον πιστέψει και ο Οδυσσέας του παρουσιάζει αδιάψευστες αποδείξεις που δείχνουν ποιος είναι. Γιορτάζουν τρώγοντας και πίνοντας ώσπου φτάνουν έξω από το σπίτι του Λαέρτη, οπλισμένοι, οι συγγενείς των Μνηστήρων ζητώντας εκδίκηση για τον χαμό των δικών τους ανθρώπων. Η θεά Αθηνά επιβάλλει ειρήνη και συμφιλίωση μεταξύ των αντιμαχομένων.
Ο κάμπος των ασφόδελων.
Του Ήλιου τις πύλες διάβηκαν και την Ονειροχώρα και έτσι καταφθάσανε στον κάμπο που ανθίζουν οι νεκρικοί ασφόδελοι. Εδώ συχνάζουν οι ψυχές στο σκοτεινό λιβάδι, εδώ στο ψυχολίβαδο, στ` ασφοδελό λιβάδι, βρίσκονται όλες οι ψυχές είδωλα των θανόντων.
Ο όρος «έρημος ασφοδέλων» χαρακτηρίζει τα οικοσυστήματα που κυριαρχούνται από ασφόδελους και θεωρούνται ως ερημοποιημένα ή ημιερημικά οικοσυστήματα.
Στην ελληνική μυθολογία ο ασφόδελος συνδέεται με τους νεκρούς στον Άδη. Στην Οδύσσεια αναφέρεται ότι οι ψυχές των νεκρών στον Άδη πήγαιναν στον «ασφοδελόν λειμώνα».
Η πιστή Πηνελόπη και η άπιστη Κλυταιμνήστρα.
Ο Αγαμέμνων τίμησε την θεία Πηνελόπη εγκώμια της έπλεξε, πολλούς επαίνους είπε και για την πίστη μίλησε που `χε στον Οδυσσέα. Είπε πως θα την κάνουνε τραγούδι αγαπημένο οι άνθρωποι και οι θεοί, κι όλοι θα την θυμούνται κι έτσι θα μείνει αθάνατη η φρόνιμη γυναίκα. Η Κλυταιμνήστρα αντίθετα με έστειλε στον Άδη και πίστη δεν μου κράτησε όπως η Πηνελόπη που τίμησε τον άντρα της με άδολη αγάπη.
Είμαι ο Επήριτος φίλος του Οδυσσέα.
«Γέρο μου βλέπω το δεντρί ξέρεις να το φροντίζεις και βλέπω μες στον κήπο σου όλα να είναι ωραία, και οι συκιές κι οι αχλαδιές, ελιές και κρεβατίνες. Όμως για πες μου γέροντα και μην το κακοπάρεις, γιατί φοράς παλιόρουχα και είσαι λερωμένος δεν νοιάζεται ο αφέντης σου για σένα που φροντίζεις τόσο καλά τα δέντρα του και όλα τα φυτά του». Και ο Λαέρτης μίλησε και ρώτησε τον ξένο γιατί δεν αναγνώρισε τον ίδιο του τον γιο του: « Ποιος είσαι, από πού κρατάς, ποιοι είναι οι γονιοί σου»;
«Εγώ είμαι ο Επήριτος από μεγάλο τζάκι, γιος είμαι εγώ του Αφείδαντα του Πολυπημονίδη του άνακτα τ` Αλύβαντα. Τυχαία βρέθηκα εδώ από την Σικανία, με το γοργό καράβι μας δέσαμε στην Ιθάκη. Πριν πέντε χρόνια πέρασε απ` τη δική μου χώρα, ο Οδυσσέας ο τρανός ο πορθητής της Τροίας. Καλοί οιωνοί φανήκανε σαν ήτανε να φύγει και τα πουλιά πετούσανε όλα στα δεξιά μας.
Ακόμα ένα τέχνασμα του Οδυσσέα, στον ίδιο τον πατέρα του, λέει ότι είναι κάποιος άλλος. Ένας που ονομάζεται Επήριτος από την Σικανία.
Τα σημάδια της αναγνώρισης του Οδυσσέα από τον πατέρα του Λαέρτη.
« Αν είσαι εσύ ο Οδυσσεύς ο ξακουσμένος γιος μου δείξε σημάδια φανερά εγώ να σε πιστέψω». « Πατέρα κοίτα την ουλή που μου `κανε ο κάπρος όταν εσύ στον Παρνασσό, και η καλή μητέρα με στείλατε μικρό παιδί, και πήγα στον παππού μου το βασιλιά Αυτόλυκο, τον κύρη της μητέρας, να φέρω τα χαρίσματα, τα πλούσια τα δώρα, που με αγάπη έταξε σαν ήλθε στην Ιθάκη. Ακόμα κάτι θα σου πω που θα σε κάνει αμέσως να το πιστέψεις πως εγώ είμαι ο Οδυσσέας. Εδώ σ` αυτό το όμορφο και καρπερό περβόλι μου χάρισες δέντρα πολλά που όλα τα θυμάμαι κι ας ήμουνα τότε παιδί. Δέκα μηλιές μου έδωσες , συκιές σαράντα ακόμα και δεκατρείς οι αχλαδιές , πενήντα κρεβατίνες μ` όλα τα είδη σταφυλιών που βρίσκονται στον κόσμο». Όλα αυτά σαν άκουσε, τ` αλάθευτα σημάδια, το γιο του αναγνώρισε λιγώθηκε η καρδιά του και έπεσε στην αγκαλιά του θεϊκού Οδυσσέα.
Σηκώθηκε και μίλησε με πάθος ο Ευπείθης για τον χαμένο του τον γιο, τον πρώτο των Μνηστήρων, τον τρομερό Αντίνοο, που πρώτο- πρώτο απ` όλους σημάδεψε και σκότωσε με βέλος ο Οδυσσέας. «Φίλοι μου, ο Οδυσσεύς κατάστρεψε την χώρα. Όταν στην Τροία έφυγε, είκοσι χρόνια πάνε, μάζεψε όλα τα παιδιά, χιλιάδες παλικάρια, κι όλοι αυτοί χαθήκανε δε γύρισε κανένας. Και όταν έφτασε εδώ δεν άφησε κανένα κι όλους μαζί τους ξέκανε των Αχαιών τους πρώτους. Ελάτε φίλοι όλοι σας να τον εκδικηθούμε για το κακό που έκανε στις οικογένειες μας, γιατί στον κόσμο μια ντροπή θα ‘ναι, αν τους φονιάδες απλήρωτους αφήσουμε.
Τρεις γενιές πολεμιστών.
Και ο Λαέρτης χάρηκε και τους θεούς δοξάζει που βρέθηκε να πολεμά μαζί με γιο κι εγγόνι σε μία μάχη της τιμής, σ` ένα αγώνα ανδρείας.
Φωνή πολέμου.
Ο Οδυσσέας φώναξε με μια φωνή πολέμου και όρμησε σαν αετός το θήραμα να πιάσει.
Τον πύρινο του κεραυνό έριξε τότε ο Δίας κι έπεσε μπρος στην Αθηνά που μίλησε και είπε: «Οδυσσέα πολυμήχανε γιε του πιστού Λαέρτη, σταμάτα αμέσως στη στιγμή τη λυσσασμένη μάχη γιατί θα έχεις την οργή του Δία του Κρονίδη, που το σημάδι έστειλε το πύρινο του βέλος, τον κεραυνό που δεν μπορεί κανείς να τον νικήσει».
1*.Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.
2*. Αφιερωμένο στην αγαπημένη φίλη Μαρίνα Κολιομίχου.
