Κοντά έναν χρόνο από την ανάληψη των καγκελαριακών του καθηκόντων και εν μέσω ουκρανικής κρίσης, ο Ολαφ Σολτς έδοξε τελικά να πάρει μια καλή εκλογική ανάσα. Παρ’ ότι δε το κόμμα του είχε τις σχετικές εκλογικές απώλειες, πέτυχε ωστόσο να είναι η πρώτη δύναμη και να κρατήσει την κυβέρνηση του ομόσπονδου γερμανικού κρατιδίου της Κάτω Σαξονίας. Αντίθετα, το αντίπαλο Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (CDU) έμελλε να γνωρίσει εκεί μια πρωτοφανή εκλογική καθίζηση, τη μεγαλύτερη δηλαδή ήττα του στα μεταπολεμικά πολιτικά χρονικά της Γερμανίας. Kαι αυτό σε μια από τις κατά παράδοση πλέον συντηρητικές γερμανικές περιοχές.
Τα εκλογικά αποτελέσματα της 9ης Οκτωβρίου στην Κάτω Σαξονία, ένα από τα μεγαλύτερα ομόσπονδα γερμανικά κρατίδια, εμφάνισαν όμως και κάποιες σημαίνουσες ιδιαιτερότητες μέσω των οποίων μπορεί κανείς να αναζητήσει τους λόγους των μετατοπίσεων εκλογέων που καθόρισαν το τελικό αποτέλεσμα των τοπικών εκλογών. Υπήρξαν μάλιστα λίαν απρόβλεπτες μετακινήσεις ομάδων στην εκλογική βάση με ορατές ήδη συνέπειες, οι οποίες θα μπορούσαν ενδεχόμενα να έχουν επιπτώσεις και σε ομοσπονδιακό επίπεδο στη Γερμανία. Το ίδιο μπορεί να αναφερθεί και ως προς τυχόν αναταράξεις στο εσωτερικό της «κυβέρνησης των φαναριών» του Βερολίνου, κάτι το οποίο βεβαίως ουδόλως αποκλείεται.
Ας σημειωθεί πως κανένα από τα δύο μεγάλα κόμματα, το SPD και το CDU (Σοσιαλδημοκράτες-Χριστιανοδημοκράτες), δεν εξήλθε ενισχυμένο από τις κάλπες της Κάτω Σαξονίας. Εκλογικά κέρδη έμελλε τελικά να αποκομίσουν μόνο δύο σχηματισμοί, ήτοι οι Πράσινοι και οι ακροδεξιοί του AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία). Οι πρώτοι κατάφεραν να αυξήσουν κατά σχεδόν έξι μονάδες το εκλογικό τους ποσοστό, καθιστάμενοι έτσι τρίτη ισχυρή δύναμη στο τοπικό Κοινοβούλιο του Ανόβερου. Οι «σκληροί» της Εναλλακτικής για τη Γερμανία πέτυχαν όμως να διπλασιάσουν το εκλογικό τους δυναμικό αποσπώντας πέντε επιπλέον ποσοστιαίες μονάδες και συγκεντρώνοντας έτσι ποσοστό ψήφων της τάξης του 11%! Αμφότεροι οι σχηματισμοί αυτοί κατάφεραν πάντως να «αρμέξουν» ψήφους όχι μόνο από τα δύο μεγάλα κόμματα αλλά επίσης και από το κόμμα των Ελευθέρων Δημοκρατών FDP, το οποίο έμεινε τελικά εκτός τοπικού Κοινοβουλίου και για λίγες μόλις ψήφους.
Η σημαντική άνοδος των Πρασίνων αποδίδεται όχι τόσο στη συνεπή στάση τους απέναντι στο ουκρανικό ζήτημα όσο στην αδυναμία παραγωγής πολιτικής από πλευράς των άλλων κομμάτων. Τούτο αναφέρεται πρώτιστα για τα τρέχοντα προβλήματα της καθημερινότητας που ταλανίζουν διαρκώς τελευταία εργαζομένους και συνταξιούχους. Για τους Σοσιαλδημοκράτες καθοριστικό ρόλο έπαιξε αναμφίβολα η προσωπικότητα του υποψηφίου τους (και νυν) πρωθυπουργού, Στέφαν Βάιλ, ο οποίος βρίσκεται από το 2013 στο αξίωμά του και έχει ασφαλώς πλήρη γνώση των τρεχόντων ζητημάτων.
Η θεαματική εκλογική ενδυνάμωση των ακροδεξιών του AfD έχει να κάνει ίσως και με συστημικές μετατροπές προκαλώντας εξ αυτού παντοειδείς ανησυχίες σε όλους τους πολιτικούς χώρους. Η απρόβλεπτη αυτή εκλογική άνοδος του AfD επήλθε ύστερα από ανατροπές που προηγήθηκαν στο εσωτερικό του κόμματος αλλάζοντας ορισμένα και από τα βασικά του πολιτικο-ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Ηρθε μήπως η ώρα να γίνουν δεκτοί οι Γερμανοί ακροδεξιοί σε ορισμένες από τις δομές του συστήματος; Οπερ έδει δείξαι στις επόμενες τοπικές εκλογικές αναμετρήσεις.
Οι εκλογές σε ομόσπονδα κρατίδια της Γερμανίας συνιστούν ανέκαθεν είδος πολιτικού βαρόμετρου για τις ομοσπονδιακές κυβερνήσεις και τον καγκελάριο. Συνήθως εκτιμώνται σαν τροχιοδεικτικές βολές στο πλαίσιο των πολιτικών εξελίξεων αναδεικνύοντας καταστάσεις που ωριμάζουν στους κόλπους των κομμάτων και στους κοινωνικούς χώρους. Εναν χρόνο ύστερα από την αποχώρηση της Ανγκελα Μέρκελ η Γερμανία δείχνει να αναζητά μια –ακόμα– «νέα ταυτότητα» μέσα από μια κοινωνική πραγματικότητα εν μέρει (τουλάχιστον) αδιαμόρφωτη. Το γεγονός αυτό αφήνει ελεύθερους διαδρόμους, αφύλακτους μάλλον, αναφορικά με μετακινήσεις στον χώρο της εκλογικής βάσης. Μέσα από ένα τέτοιο πολιτικο-κοινωνικό σκηνικό αντανακλώνται στην επικαιρότητα σύνδρομα και μνήμες περασμένων εποχών. Σημειολογικά και μόνο θα άξιζε να αναφερθεί πως η Κάτω Σαξονία είναι η πολιτική πατρίδα αφ’ ενός του πρώην καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ, που έχει διατελέσει στο Ανόβερο πρωθυπουργός, και αφ’ ετέρου της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν με οικογενειακές πολιτικές καταβολές εκεί.
Ο πατέρας της σημερινής προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο Ερνστ Αλμπρεχτ, ηγούνταν για πολλές δεκαετίες των εκεί Χριστιανοδημοκρατών, όντας δε επικεφαλής σε σειρά κυβερνήσεων του ομόσπονδου κρατιδίου. Τα δύο αυτά πολιτικά πρόσωπα της Γερμανίας συμβολίζουν σήμερα από διαφορετικές σκοπιές δύο αντίθετα μεταξύ τους ρεύματα πολιτικής που διατρέχουν όλη τη Γηραιά Ηπειρο. Και τούτο δεν απαντά μόνο στο ζήτημα της Ουκρανίας αλλά και σε πολιτικές επιλογές που προσδιορίζουν ευρέως το ευρωπαϊκό μέλλον. Η Γερμανία, ως γνωστόν, ηγείται της Ευρώπης προ πολλού και δη μονοδρομικά…
