Ο καγκελάριος Ολαφ Σόλτς θα επισκεφτεί την Ελλάδα την Πέμπτη 27/10. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της γερμανικής κυβέρνησης, η επίσκεψη έχει στόχο την ανταλλαγή απόψεων σε θέματα οικονομικής και ευρωπαϊκής πολιτικής. Πράγματι η ελληνογερμανική οικονομική συνεργασία αναπτύσσεται εντυπωσιακά. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα γερμανικά στατιστικά στοιχεία, ο τζίρος των διμερών εμπορικών συναλλαγών παρουσίασε αύξηση 23,8% το πρώτο οχτάμηνο του 2022 σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο πέρσι. Συγκεκριμένα οι γερμανικές εξαγωγές προς την Ελλάδα έφτασαν τα €5,2 δισ. από €4,5 δισ. τους πρώτους οχτώ μήνες του 2021, ενώ ελληνικές εξαγωγές προς τη Γερμανία ανέβηκαν στα €2 δισ. από €1,8 δισ.
Παράλληλα οι συνέργειες στον τομέα της πράσινης ενέργειας έχουν ισχυρή δυναμική. Η σχετική συνεργασία βασίζεται στο διμερές σχέδιο δράσης το οποίο υπογράφτηκε τον Δεκέμβριο του 2016 και έκτοτε βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Ενα από τα πολλά παραδείγματα είναι η κοινοπραξία της ΔΕΗ με τη γερμανική εταιρεία RWE για επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. H Ελλάδα επίσης έχει προτείνει στη Γερμανία και την Αυστρία να τους παράσχει ηλεκτρική ενέργεια μέσω της κατασκευής ενός ειδικού καλωδίου το οποίο θα διέρχεται από βαλκανικές χώρες. Η πρόταση, αν και πολύ θεωρητική και ασαφής, απασχολεί τα γερμανικά ΜΜΕ τις τελευταίες μέρες.
Ωστόσο τη σημερινή εποχή των τεκτονικών γεωπολιτικών αλλαγών τα οικονομικά θέματα δεν καθορίζουν την ατζέντα, τουλάχιστον στον βαθμό που το έκαναν στο παρελθόν. Η μελλοντική κατεύθυνση της Ευρώπης έχει ενδεχομένως μεγαλύτερη σημασία από τις διμερείς επιχειρηματικές συμπράξεις. Ελλάδα και Γερμανία, όπως έχει συμβεί πολλάκις κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, αντιλαμβάνονται διαφορετικά τον ρόλο που πρέπει να διαδραματίζει η Ευρωπαϊκή Ενωση για να δίνει λύση σε προβλήματα και προκλήσεις. Ο κοινός δανεισμός, με εξαίρεση την περίοδο της πανδημίας, εξακολουθεί να προκαλεί αλλεργία σε μεγάλο τμήμα της γερμανικής ελίτ. Οχι μόνο αυτό, αλλά υπάρχουν εντός της Γερμανίας ισχυρές φωνές, όπως αυτή του υπουργού Οικονομικών Κρίστιαν Λάιντνερ, που επιμένουν σε αυστηρούς κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Η Γερμανία προσπαθεί να ορθοποδήσει, καθώς για την ώρα δεν μπορεί να βασίζεται στο ρωσικό φυσικό αέριο. Η κατάσταση είναι τόσο εύθραυστη για τη γερμανική οικονομία, που υπάρχουν πολιτικοί, όπως ο πρωθυπουργός του κρατιδίου της Σαξονίας Μίκαελ Κρέτσμερ, οι οποίοι καλοβλέπουν την επανέναρξη της γερμανορωσικής ενεργειακής συνεργασίας μετά τον πόλεμο. Στο μεταξύ όμως άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Γαλλία, ακολουθούν τη δική τους ατζέντα η οποία δεν ικανοποιεί απαραίτητα το Βερολίνο. Η πρόσφατη συμφωνία των τριών κρατών για τη δημιουργία ενός υποθαλάσσιου αγωγού Βαρκελώνης-Μασσαλίας δείχνει πως η Γερμανία δυσκολεύεται να επηρεάσει τους εταίρους της όπως έπραττε παλαιότερα.
Η αρένα της γεωπολιτικής δεν αρέσει στη Γερμανία, αλλά η καινούργια πραγματικότητα επιβάλλει προσαρμογές. Στόχος για τη γερμανική κυβέρνηση είναι να συνεχίσει να διαμορφώνει την ευρωπαϊκή πολιτική παρά τις αυξανόμενες αντιρρήσεις άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης στα οποία ανήκει και η Ελλάδα. Ταυτόχρονα επιδιώκει να πετύχει μια ισορροπία στις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ώστε να μπορεί να χαράσσει την οικονομική στρατηγική της έναντι τρίτων όπως η Τουρκία και κυρίως η Κίνα.
Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα δεν περιμένει πολλά από τη Γερμανία. Ναι μεν οι οικονομικοί δεσμοί αναμένεται να ενισχυθούν, αλλά οι διαφωνίες στα ζωτικά θέματα της Ευρώπης και ακολούθως της αντιμετώπισης της Τουρκίας ίσως ενταθούν. Οι κυκλικές ανταλλαγές οπλικών συστημάτων εν μέσω του πολέμου -με την Ελλάδα να στέλνει τεθωρακισμένα BMP-1 στην Ουκρανία και να λαμβάνει MARDER από τη Γερμανία- αποτελούν απλώς τεχνικές διευθετήσεις. Η Γερμανία δεν έχει το γεωπολιτικό ειδικό βάρος να μεσολαβήσει στην Ανατολική Μεσόγειο ούτε ενδιαφέρεται να χάσει την Τουρκία ως προορισμό των εξαγωγών της, ενίοτε και των οπλικών συστημάτων της.
* λέκτορας Διεθνών Σχέσεων στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Νίκαιας, senior fellow στο ΕΛΙΑΜΕΠ και το Κέντρο Στρατηγικών Σπουδών Μπέγκιν-Σαντάτ
