Την προηγούμενη Παρασκευή (21.10.2022) δόθηκε η «τελευταία μάχη» στην Ολομέλεια της Βουλής σχετικά με το τελικό πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής για την υπόθεση των παρακολουθήσεων. Η επίκληση του απορρήτου ακόμα και στο πόρισμα που συντάχθηκε και εγκρίθηκε από την κυβερνητική πλειοψηφία βρέθηκε και πάλι στο επίκεντρο ακόμη μιας πολιτικής αντιπαράθεσης.
Κατά τη γνώμη μου η υπόθεση αυτή αποτελεί διπλό σκάνδαλο, αφενός παρακολουθήσεων και αφετέρου συγκάλυψης. Το διπλό λοιπόν αυτό πολιτικό σκάνδαλο βάρυνε αντικειμενικά το πολιτικό τοπίο στη χώρα, ανεξάρτητα από τις φιλοκυβερνητικές φωνές που προσπαθούν να μας πείσουν ότι τίποτα δεν άλλαξε ως προς την πολιτική κυριαρχία της Ν.Δ.
Το αυτοδιαφημιζόμενο πολιτικό κεφάλαιο του πρωθυπουργού απομειώθηκε σε σημαντικό βαθμό, τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Το επιτελικό κράτος του κ. Μητσοτάκη υπέστη κρίση εμπιστοσύνης, ηθικής απαξίωσης και διεθνούς κατακραυγής. Συνακόλουθα, αποδείχθηκε «ένα απόλυτα συγκεντρωτικό, κλειστό και αδιαφανές σύστημα ελέγχου και νομής της εξουσίας από το μέγαρο Μαξίμου», όπως εύστοχα και με απόλυτη σαφήνεια το χαρακτήρισε σε σχετικά πρόσφατη ομιλία του ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Νίκος Ανδρουλάκης.
Η υπόθεση των υποκλοπών δεν πρόκειται να κλείσει στη συνείδηση της κοινής γνώμης. Θα κλείσει μόνο στην περίπτωση που μάθουμε τι πραγματικά συνέβη και για ποιους λόγους η κρατική ΕΥΠ «επισυνδέθηκε» με το κινητό του Νίκου Ανδρουλάκη. Για τον λόγο αυτό τη σκυτάλη για τη διερεύνηση της αλήθειας λαμβάνουν η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για θέματα spyware (PEGA), η ελληνική Δικαιοσύνη και τα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια. Στο τέλος της ημέρας το φως θα νικήσει το σκοτάδι. Μέχρι τότε η κυβέρνηση και προσωπικά ο κ. Μητσοτάκης θα παραμένουν συνταγματικά και πολιτικά έκθετοι.
* Δικηγόρος Αθηνών, αν. γραμματέας Τομέα Δικαιοσύνης ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛΛ.
