Δυσγευσία. Αλλοίωση της αίσθησης της γεύσης. Παραμόρφωση της γευστικής αντίληψης. Ταγκίλα, γεύση αίματος. Απαιτείται μια συστηματική ανίχνευση των πιθανών / διαφορετικών αιτιών / παθήσεων που μπορεί να ευθύνονται, εξ ου και ο όρος διαφοροδιάγνωση, πριν να ταυτοποιηθεί η αιτία και επιχειρηθεί η κατάλληλη θεραπεία.
Δεν πρέπει να συγχέεται με την συγκλονιστική αηδία που προκαλεί η παρούσα κυβέρνηση, ούτε με την αγευσία που επίσης προκαλεί ή τουλάχιστον επιχειρεί μεθοδικά να εγκαταστήσει στις γλώσσες η τελευταία, ως αντίδοτο στην αηδία. Η γεύση σχετίζεται και με την όσφρηση και η τελευταία, νευρολογικά μιλώντας, με την μνήμη.
“Δυσγευσία” είναι και ο τίτλος μιας ελάχιστα γνωστής ταινίας μικρού μήκους, γυρισμένης το 2016, σε αντίθεση με την Στρέλλα που είναι αποδεδειγμένα και μετρήσιμα μεγάλου μήκους (με μεζούρα που μετράει εκατοστά και ρολόι που μετράει λεπτά) και πολύ γνωστή τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό και η οποία γυρίστηκε το 2009. Και οι δύο ταινίες τυχαίνει να είναι αγαπημένες μου. Για διαφορετικούς λόγους ναι, αν και οι λόγοι συνδέονται μεταξύ τους με παράξενες και κάπως τυχαία επώδυνες συνδέσεις. Ας είναι. Η τύχη λόγους δεν κοιτά κι όπου βρεθεί χορεύει. Τον χορό της.
Η πρόσφατη καταιγίδα (καμία σχέση με την όπερα του Thomas Joseph Edmund Adès βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Σαιξπηρ, The Tempest) που ξέσπασε στην Εθνική Λυρική Σκηνή, μου έφερε μνήμες και γεύσεις από την Στρέλλα και συνειρμικά και από την Δυσγευσία.
Στο μεταξύ, η αναζήτηση για τρανς σοπράνο ή μετζο σοπράνο (δεν έχω πρόσβαση στις παρτιτούρες και τους ρόλους), συνεχίζεται ή ξανάρχισε, αν είχε όντως αρχίσει. Η απάντηση στο ερώτημα αν χρειάζεται η πρωταγωνίστρια να είναι τρανς, είναι απλή. Ναι χρειάζεται. Οχι, ο ρόλος της τσιγγάνας Ατζουτσένα στην όπερα του Βέρντι Il Trovatore, δεν δόθηκε ποτέ σε τσιγγάνα. Ναι, η ερμηνεία της Fedora Barbieri στη Σκάλα του Μιλάνου στον ρόλο της Ατζουτσένα (δίπλα στην Κάλλας που έπαιζε την Λεονώρα) ήταν συγκλονιστική. Αλλά τι μ’ αυτό? Έχει κάθε δικαίωμα η ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα κι ας μην πρόκειται για μια ομοιογενή-συμπαγή κοινότητα, να διεκδικεί σκληρά και αποφασιστικά μια θέση στο φως, είτε αυτό σημαίνει τα φώτα της Λυρικής, είτε οπουδήποτε αλλού.
Το ζήτημα έχει ίσως να κάνει με το ποιος αποφασίζει ποιοι έχουν πρόσβαση στο φως και ποιοι καταδικάζονται ερήμην στο σκοτάδι. Και δεν αναφέρομαι στη ΔΕΗ ούτε στις αναίσχυντες απάτες και απάνθρωπες πολιτικές της κυβέρνησης για την ενέργεια. Αναφέρομαι στην τέχνη.
Αν ο Αγιος Πέτρος φυλάει τις πύλες του παραδείσου, κάτι σαν bouncer ας πούμε στο κλαμπ Berghain του Βερολίνου ή ίσως στο Kitty Club, επίσης στο Βερολίνο, μια επίλεκτη χούφτα πορτιέρηδων, ή μπράβων, αν προτιμά κανείς, φυλάνε τις πύλες της Λυρικής Σκηνής, του Ελληνικού κινηματογράφου, της Ελληνικής μουσικής σκηνής και πάει λέγοντας για κάθε μορφή τέχνης. Δεν περνάει όποιος κι όποιος και a fortiori όποια κι όποια και όποιο και όποιο. Η πρεμιέρα της Στρέλλας παρεπιπτόντως ήταν στο Βερολίνο.
Που και που βέβαια οι μπράβοι λαγοκοιμούνται, ή είναι στην αναμπουμπούλα της αλλαγής βάρδιας, ή αποφασίζουν κατόπιν εντολής, συνήθως, αν και όχι πάντα, μιας και απολαμβάνουν έναν βαθμό αυτονομίας, να αφήσουν κάποια παράξενα τυπάκια να περάσουν. Ακόμα και γυναίκες. Ίσως για ξεκάρφωμα. Ας περάσει λοιπόν η κυρία Φρίντα Λιάππα τις πύλες του Ελληνικού κινηματογράφου. Και καμιά δυο γυναίκες ακόμα. Ας περιμένουν οι (υπόλοιπες) γυναίκες, ή Παρακαλώ Γυναίκες μην κλαίτε. Προφητικός ο έξοχος Σταύρος Τσιώλης.
Αφήνοντας τις γυναίκες, τα τρανς άτομα, τους ρομά, τους πρόσφυγες να περιμένουν, τα Μαγνητικά Πεδία πάντως φαίνεται ότι πέρασαν τις πύλες εύκολα. Εύκολα, τρόπος του λέγειν βέβαια. Οι συντελεστές ξέρουν τι τράβηξαν για να γυρίσουν την ταινία, με ελάχιστο, ισχνό budget, πιο ισχνό κι από τις εφτά ισχνές αγελάδες στο όνειρο του Φαραώ, με φτηνά μηχανήματα κι έχοντας να αντιμετωπίσουν ένα σωρό εξουθενωτικές αντιξοότητες. Α, μα η τέχνη τρέφεται από τις αντιξοότητες και την οδύνη, θα πει κάποιος. Να, δες: Βαν Γκογκ, Σάρα Κέιν, Ζαν Ζενέ, Κατερίνα Γώγου, Ρόζα Εσκενάζυ, Εντιθ Πιαφ, Ντοστογιέφσκι. Αλήθεια κάποιε μου; Σας αρέσει η Ρόζα; Μήπως πίνετε ούζο, μορφίνη και χασίς;
Μάλιστα. Μπούρδες, για να το πούμε κόσμια. Ιστορίες για εξημερωμένες κατοικίδιες ευαισθησίες. Τουλάχιστον άστε τη Ρόζα. Διαβάστε λίγο Ελύτη. Η τέχνη όπως και η ζωή δεν αποζητά την οδύνη για να φάει και να χορτάσει. Της εναντιώνεται όπως εναντιώνεται στην αθλιότητα της εξουσίας. Η ίσως καλύτερα, για να μη μιλάμε για τέχνη αφηρημένα, κάποια πλάσματα μόνο, σηκώνουν το μεσαίο δάχτυλο με αμείλικτη περιφρόνηση στην τέχνη, στους μπράβους της και στους καλλιεργημένους καταναλωτές της. Συνήθως, μετά θάνατον ή καμμιά φορά και εν ζωή, σκύβουμε και βάζουμε ευλαβικά στο στόμα μας το εν λόγω δάχτυλο και το πιπιλάμε, ίσως για να μη μας μπει στο μάτι ή κάπου αλλού. Ενίοτε του φοράμε και μια βέρα και το παντρευόμαστε.
Χθες το βράδυ είδα την ταινία «Θανάση πάρε τ’ όπλο σου». Εκλαψα.
Για να χαμογελάσει λίγο το χειλάκι μου διάβασα τη Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων, από την συλλογή Νηπενθή του Κωστή Καρυωτάκη και παραθέτω εδώ ένα μικρό απόσπασμα.
Μα ξέροντας πως όλοι τούς ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι.
Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
«Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε
«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που ‘ναι;»
Αλλά δεν γέλασε το χειλάκι μου. Γιατί, βρε αγαπημένε μου Κωστάκη, κάποιοι ποιητές σιχαίνονται τη δόξα και γι αυτό ακριβώς γράφουν. Τέλος πάντων, έβαλα λοιπόν το Θεέ μου μεγαλοδύναμε, σε διασκευή του Τζιμάκου Πανούση και εκτέλεση του ίδιου και του Σωκράτη Μάλαμα μπας και χαμογελάσω και αποκοιμηθώ μ’ ένα χαμόγελο στο στόμα. Αυτό δούλεψε. Η δυσγευσία δεν φεύγει ό,τι και να κάνω.
Κάποια αγαπημένα φιλαράκια τρανς ίσως βρουν τους στίχους
Κι όταν θα σβήσει ο αργιλές
Και βγουν τρανσέξουαλ νάνοι
Βάλε όλους τους αγγέλους σου θεούλη μου
Να πουν το νάνι νάνι
κάπως τρανσφοβικούς. Μιας και ο Τζιμάκος δεν είναι πια εδώ για να επιχειρηματολογήσει, εγώ θα σωπάσω. Ετσι κι αλλιώς έχω αποκοιμηθεί εξουθενωμένος και χαμογελώντας και δεν μιλάω στον ύπνο μου
