Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οδύσσεια, ραψωδία ρ`

Ο Τηλέμαχος επιστρέφει στο παλάτι και μιλά, στη μητέρα του Πηνελόπη, για το ταξίδι του που έκανε με εντολή και προτροπή της θεάς Αθηνάς. Ιστορεί στην Πηνελόπη ότι ο Νέστωρ, ο βασιλιάς της Πύλου, δεν γνώριζε τίποτε για την τύχη του Οδυσσέα, μετά την κατάκτηση της Τροίας. Τον έστειλε στον Μενέλαο, το βασιλιά της Σπάρτης, μήπως εκείνος γνώριζε κάτι περισσότερο για τον Οδυσσέα μετά την Τροία. Πράγματι ο Μενέλαος λέει στον Τηλέμαχο ότι έμαθε από ένα θαλασσινό θεό, ότι ο Οδυσσέας βρίσκεται στο νησί της Καλυψώς, μόνος χωρίς συντρόφους και χωρίς πλοίο.

Ο Θεοκλύμενος, ο μάντης που έχει έρθει από την Πύλο με τον Τηλέμαχο, προφητεύει ότι ο Οδυσσέας έχει φτάσει στην Ιθάκη και ετοιμάζει σφαγή για τους Μνηστήρες.

Ο Εύμαιος και ο γέρο, κουρελής, ζητιάνος, που είναι στην πραγματικότητα ο Οδυσσέας, φτάνουν στο παλάτι, όπου ο Οδυσσέας αναγνωρίζεται από το γέρικο κυνηγόσκυλο Άργο που αμέσως μετά αφήνει την τελευταία του πνοή, σαν να περίμενε να δει τον αφέντη κι έπειτα να πεθάνει. Ο Οδυσσέας συγκινείται και βάζει τα κλάματα. Μετά μπαίνει στην αίθουσα του συμποσίου και με προτροπή του Τηλέμαχου ζητιανεύει από τους Μνηστήρες. Ο Αντίνοος τον βρίζει και τον χτυπά μ` ένα υποπόδιο και τον τραυματίζει στον ώμο. Η Πηνελόπη αγανακτεί με τη συμπεριφορά του βίαιου Αντίνοου και, ζητά από τον Εύμαιο να φέρει στα διαμερίσματα της τον ξένο, γέρο, ζητιάνο για να του μιλήσει. Ο Οδυσσέας φροντίζει ν’ αναβληθεί η συνάντηση για το βράδυ, ώστε να μην υποψιαστούν οι Μνηστήρες και έλθει σε δύσκολή θέση η Πηνελόπη.

Σαν θεά φαινόταν.

ἡ δ’ ἴεν ἐκ θαλάμοιο περίφρων Πηνελόπεια,

Ἀρτέμιδι ἰκέλη ἠὲ χρυσῇ Ἀφροδίτῃ, ρ`, 36-37.

Κι η Πηνελόπη έφτασε και σαν θεά φαινόταν, έμοιαζε με την Άρτεμη και την χρυσή Αφροδίτη. (ελεύθ. μτφρ).

Ο ποιητής εξυμνεί την ομορφιά της Πηνελόπης και την παρομοιάζει με δύο θεές εκθαμβωτικής ομορφιάς.

Όμοιος τω ομοίω.

αἰεὶ τὸν ὁμοῖον ἄγει θεὸς ὡς τὸν ὁμοῖον. Πάντα ο θεός τον όμοιον κοντά στον όμοιο φέρνει. Οδύσσεια, ρ`, 218.

Άργος. Το πιστό σκυλί.

ὣς οἱ μὲν τοιαῦτα πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον·

ἂν δὲ κύων κεφαλήν τε καὶ οὔατα κείμενος ἔσχεν,

Ἄργος, Ὀδυσσῆος ταλασίφρονος, ὅν ῥά ποτ’ αὐτὸς

θρέψε μέν, οὐδ’ ἀπόνητο, πάρος δ’ εἰς Ἴλιον ἱρὴν

ᾤχετο. τὸν δὲ πάροιθεν ἀγίνεσκον νέοι ἄνδρες

αἶγας ἐπ’ ἀγροτέρας ἠδὲ πρόκας ἠδὲ λαγωούς·

δὴ τότε κεῖτ’ ἀπόθεστος ἀποιχομένοιο ἄνακτος

ἐν πολλῇ κόπρῳ, ἥ οἱ προπάροιθε θυράων

ἡμιόνων τε βοῶν τε ἅλις κέχυτ’, ὄφρ’ ἂν ἄγοιεν

δμῶες Ὀδυσσῆος τέμενος μέγα κοπρίσσοντες·

ἔνθα κύων κεῖτ’ Ἄργος ἐνίπλειος κυνοραιστέων.

δὴ τότε γ’, ὡς ἐνόησεν Ὀδυσσέα ἐγγὺς ἐόντα,

οὐρῇ μέν ῥ’ ὅ γ’ ἔσηνε καὶ οὔατα κάββαλεν ἄμφω,

ἄσσον δ’ οὐκέτ’ ἔπειτα δυνήσατο οἷο ἄνακτος

ἐλθέμεν· αὐτὰρ ὁ νόσφιν ἰδὼν ἀπομόρξατο δάκρυ, ρ` 290- 304.

Ἄργον δ’ αὖ κατὰ μοῖρ’ ἔλαβεν μέλανος θανάτοιο,

αὐτίκ’ ἰδόντ’ Ὀδυσῆα ἐεικοστῷ ἐνιαυτῷ. Ρ`, 326.

Το πιστό κυνηγόσκυλο του Οδυσσέα που αναγνώρισε τον αφέντη του ύστερα από είκοσι χρόνια. Αυτό έγινε παρά το γεγονός ότι ο Οδυσσέας ήταν μεταμφιεσμένος, από την Αθηνά, σε ζητιάνο. Αμέσως μετά, ο Άργος πέθανε.

Μίλαν Κούντερα: Οι σκύλοι είναι ο σύνδεσμος μας με τον παράδεισο. Δεν ξέρουν την κακία, το φθόνο, τη δυσφορία.

Ανάγκα και θεοί πείθονται. Σιμωνίδης ο Κείος.

αἰδὼς δ’ οὐκ ἀγαθὴ κεχρημένῳ ἀνδρὶ παρεῖναι.» ρ`, 347.

Αν σε ανάγκη βρίσκεσαι ντροπή δεν πρέπει να ‘χεις.

Μένανδρος: Ουδείς ανάγκης μείζον ισχύει νόμος. Δεν υπάρχει νόμος που να είναι πιο ισχυρός από την ανάγκη,

Ο Οδυσσέας ζητιανεύει μέσα στο σπίτι του. Ζητά ελεημοσύνη από τους ατρόπους Μνηστήρες που καταλύουν το βιος και την περιουσία του. Ζητιανεύει, και δεν ντρέπεται, αφού η ανάγκη να μάθει καλά τους Μνηστήρες είναι ισχυρότερη απ` όλα.

 ομορφιά σου μπόλικη μα λίγη γνώση έχεις.

-Ούτε αλάτι δε δίνεις σε φτωχό.

«Οϊμέ, κοντά στην ομορφιά δεν έχεις κι ίδια γνώση.

Κι αλάτι εσύ απ’ το σπίτι σου φτωχού δε θα του δώσεις, 

που κάθεσαι στα ξένα εδώ και δε βαστά η ψυχή σου

να με φιλέψεις μια μπουκιά ψωμί που πλήθιο το ‘χεις».

Είπε κι ακόμα πιο βαριά του θύμωσε ο Αντίνος,

κι αφού τον κοίταξε λοξά του κάνει με δυο λόγια·

«Θαρρώ γερός πως δε θα βγεις πια τώρα απ’ το παλάτι, 

αφού τη γλώσσα σου πετάς για να μας βρίσεις κιόλας»

Είπε κι αρπάζει ένα σκαμνί και τον χτυπά στην πλάτη,

κατά τον ώμο το δεξί. Μτφρ Ζήσιμος Σιδέρης, ρ` 454- 463.

Λόγια του μεταμορφωμένου σε γέρο, κουρελή, ζητιάνο Οδυσσέα στον βίαιο και εριστικό Μνηστήρα Αντίνοο.

Μίνωος γένος.

φησὶ δ’ Ὀδυσσῆος ξεῖνος πατρώϊος εἶναι,

Κρήτῃ ναιετάων, ὅθι Μίνωος γένος ἐστίν. 522.

Μου έλεγε πως γνώριζε καλά τον Οδυσσέα και ότι είναι κρητικός απ` τη γενιά του Μίνω. Ελεύθ, μτφρ.

Αν και έχουν περάσει αιώνες από την Μινωϊκή εποχή η ανάμνηση του μινωικού πολιτισμού- που υπήρξε το λίκνο του Ευρωπαϊκού πολιτισμού- είναι παρούσα στα χρόνια του Ομήρου.

1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.

2*. Αφιερωμένο στην φίλη Άννα Βαρελτζή.