Υπάρχουν αρμοδιότεροι να μιλήσουν για την αντιδικτατορική δράση του Μάνου, όπως ο Ολύμπιος Δαφέρμος, ο Μάκης ο Μπαλαούρας, ο Ηλίας ο Αγγέλικας, ο Δημήτρης ο Ψαρράς κ.ά. Θα προσπαθήσω να φωτίσω κάποιες αθέατες πλευρές της σελήνης, έχοντας κατά νου τα τρία μικρότερα σπουδαία παιδιά του, τον Γιάννη, τον Μιχάλη και τον Νίκο, ηλεκτρολόγοι μηχανολόγοι και οι τρεις, συνεχίζοντας τον δικό του δρόμο, που δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν τον πατέρα τους, μια και τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια ταλαιπωρήθηκε με εγχειρήσεις καρδιάς, διαδοχικά εγκεφαλικά που του στέρησαν κάθε δυνατότητα επικοινωνίας, με αποκορύφωμα το τελευταίο επώδυνο οκτάμηνο αναμέτρησης με τον καρκίνο.
Σε αυτό το σημείο, με μεγάλη συγκίνηση, δεν γίνεται να μην αναφέρω την τρομερή κινητοποίηση της «γλυκιάς συμμορίας» της γενιάς του Πολυτεχνείου, τρέμε Μάρκαρη. Με ένα σφύριγμα της υπέροχης Τζούλιας Κασκαμπά, απίκο ο Ολύμπιος ο Δαφέρμος, ο Νίκος ο Χριστοδουλάκης, ο Ηλίας ο Αγγέλικας, ο Κώστας ο Λαλιώτης, ο Γιώργος ο Παυλάκης, ο Αχιλλέας ο Γκέκας, η Ιωάννα η Καρυστιάνη.
Γεννήθηκε στον Βόλο, το 1949, στη λήξη του Εμφυλίου, καρπός του έρωτα του Κώστα Τζανεττή, αξιωματικού του εθνικού στρατού, και της Θάλειας Κολιού, προερχόμενης από γνωστή ΕΑΜική οικογένεια του Βόλου, ΕΑΜίτισσας και της ίδιας. Του γάμου προηγήθηκε ο αποχαρακτηρισμός της Θάλειας, κατά τα ειωθότα της εποχής. Η αδελφή της, Νίτσα Κολιού, υπήρξε πρωτοπόρος δημοσιογράφος της Αριστεράς και αξιόλογη συγγραφέας.
Ανέμελα παιδικά χρόνια, με όλα τα προνόμια μιας οικογένειας που λόγω πατέρα ανήκε στους νικητές του Εμφυλίου. Η ερωτική συμφιλίωση υπερείχε του πολιτικού διπολισμού. Την εθνική συμφιλίωση την πετύχαμε πρώτοι, πολύ πριν τη νομιμοποιήσει ο Καραμανλής. Ωστόσο, ο διπολισμός τροφοδοτούσε μια τρέλα σ’ όλα τα μέλη της οικογένειας.
Το πρωί μπάνιο με το τζιπ, την ορντινάτσα της μαμάς, στις καθώς πρέπει πλαζ των Χανίων, Καλαμάκι· το μεσημέρι δραπέτες του μεσημεριανού υποχρεωτικού ύπνου, με το βρακί, σα χαμίνια, για βουτιές στη Χονολουλού. Δραματική επιστροφή στο σπίτι ξυλοφορτωνόμενοι με βίτσα, καθ’ όλη τη διαδρομή, από τη Σούλα, αναπόσπαστο κομμάτι της οικογένειας. Λάτρεις του κινηματογράφου και οι δύο, τον οποίο απολαμβάναμε σκαρφαλωμένοι στις μάντρες του «Ολύμπια».
Καταγγέλλω ότι μου έστριψε το χέρι για να ασπαστώ τα χρώματα του Ολυμπιακού. Κατά περίπτωση, με χρησιμοποιούσε ως τερματοφύλακα της ομάδας του, ονομάζοντάς με Θεοδωρίδη.
Το ’67 βρίσκει τον πατέρα μου επιτελάρχη την 5ης Μεραρχίας στα Χανιά. Αμέσως εκδηλώνει την αντίθεσή του στη χούντα και στους συμμαθητές του, Παπαδόπουλο και Μακαρέζο, και παίρνει δυσμενή μετάθεση για Σουφλί. Συμμετέχει στην οργάνωση Ελεύθεροι Ελληνες, μαζί με Μουστακλή, Εσσερμαν, Οπρόπουλο, Σοφοκλή Τζανεττή κ.ά., αποτάσσεται στον βαθμό του στρατιώτη, με αποδοχές μία δραχμή την ημέρα, φυλακίζεται και εκτοπίζεται στην Αστυπάλαια.
Τέρμα η επαρχιώτικη λάμψη, οι χοροί στις στρατιωτικές λέσχες, οι ορντινάτσες και τα τοιαύτα. Στριμωγμένοι σ’ ένα δυάρι στο Παγκράτι, κάθε τόσο καραβοτσακιζόμασταν για να επισκεφτούμε τον πατέρα στην Αστυπάλαια, με πλοία της συμφοράς και τις λάντζες να μας επιβιβάζουν στη στεριά.
Εκεί έγινε κι αριστερή επιφοίτηση. Ενας θίασος, με φεστιβαλικές φιλοδοξίες, γυρίζει τους «Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου». Σκηνοθέτης Γρηγορίου. Γιώτα Σοϊμίρη, Νικηφόρος Νανέρης, Τρύφων Καραντζάς, Μπέτυ Βαλάση οι πρωταγωνιστές. Από δίπλα κι η Ηρώ Χαντά, πρωταγωνίστρια της Λυρικής. Ολοι τους παλιές καραβάνες της Αριστεράς. Ωριμα φρούτα ο Μάνος κι εγώ, στάθηκε κάτι παραπάνω από εύκολος ο εναγκαλισμός με την Αριστερά, που επισφραγίστηκε με την ανάδειξή μου σε σκριπτ γκερλ του θιάσου.
Ακολουθούν τα χρόνια του Πολυτεχνείου, η δίκη των έντεκα, όπως τα περιγράφουν καλύτερα από μένα ο κολλητός του φίλος Ολύμπιος Δαφέρμος και ο δικός μου συγκρατούμενος στην ΕΣΑ Μάκης Μπαλαούρας.
Η Μεταπολίτευση τον βρήκε στο Λονδίνο για μεταπτυχιακά.
Η μετέπειτα επιτυχημένη καριέρα του στον ΟΤΕ, σε ερευνητικές κατευθύνσεις, μετά τρέλας συνδυάζεται με «επιχειρηματική» δραστηριότητα και συνεργασία με τον Δημήτρη Κουμάνταρο, πρώτο μου σύζυγο και πατέρα των παιδιών μου, για τη δημιουργία του ΤΡΑΜ, όπου ξετυλίγουν και οι δυο τα διαχειριστικά τους ταλέντα καταλήγοντας σε παταγώδη οικονομική αποτυχία, όπως ήταν αναμενόμενο, του κατά τ’ άλλα πολύ επιτυχημένου στεκιού. Δεν γίνεται να μην αναφέρω τη λατρεία του για τη θάλασσα, που τον οδηγούσε σε παράτολμα ταξίδια, από Πειραιά-Σφακιά κι από Σφακιά-Γαύδο, με μια χιλιομπαλωμένη πορτοκαλί παντόφλα για φουσκωτό, σήμα κατατεθέν του Λουτρού, και έμπειρα πληρώματα τη γυναίκα του τη Μάρα, εμένα, τα παιδιά του, Κωστή και Θάλεια, και τ’ ανίψια του, Μανώλη και Κώστα.
Το καλαφάτισμά της είχε μετατρέψει την πιλοτή του σπιτιού μας σε κανονικό εργαστήριο. Μια μέρα πέρασε κάποιος και του απευθύνθηκε, λέγοντάς του: «Μάστορα, έχεις οξυγονοκόλληση;» Φανερά ταπεινωμένος, απάντησε αρνητικά, κι έτρεξε να αγοράσει…
Γεια σου, αδελφέ· γεια σου, καπετάνιο.
