Θυμόσαστε την ομιλία του Σολτς στην Πράγα, που υποτίθεται θα ήταν η απάντηση της Γερμανίας στις προτάσεις που ανέπτυξε ο Μακρόν για το μέλλον της Ευρώπης τον Σεπτέμβριο του 2017 στην Πνύκα και τη Σορβόνη.
Πέρα από κάποιες γενικολογίες η πρόταση Σολτς ήταν η κατάργηση της ομοφωνίας στη λήψη αποφάσεων στα θεσμικά όργανα της Ε.Ε., αρχής γενομένης από την Εξωτερική Πολιτική.
Επρόκειτο εννοείται για μια διερευνητική κρούση, καθώς για την κατάργηση της ομοφωνίας χρειάζεται ομοφωνία.
Σύμφωνα με τη συνήθως καλά πληροφορημένη ιστοσελίδα Eurointelligence, ύστερα από σχετική διερεύνηση της Τσεχίας που ασκεί την εξάμηνη προεδρία της Ε.Ε., μόνο πέντε χώρες–μέλη συμφωνούν χωρίς επιφυλάξεις με την πρόταση Σολτς, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ολλανδία, η Σουηδία και η Δανία.
Αν η διερεύνηση γινόταν σε λίγες μέρες τότε οι νέες κυβερνήσεις στη Σουηδία και την Ιταλία είναι βέβαιο ότι θα απέρριπταν χωρίς συζήτηση την πρόταση του καγκελαρίου.
Δίχως υπερβολή πρόκειται για την υιοθέτηση μιας πρότασης δυσπιστίας για την αξιοπιστία της ευρωπαϊκής πολιτικής της Γερμανίας και μάλιστα από μια ετερόκλητη αλλά συντριπτική πλειοψηφία των εταίρων της.
Τι ζητά επί της ουσίας ο Σολτς; Να εγκαταλείψουν οι εταίροι του Βερολίνου στην Ε.Ε το Βέτο χωρίς η γερμανική πλευρά να δεσμευθεί ότι θα τερματίσει την α λα καρτ ευρωπαϊκή της πολιτική.
Η Γερμανία, από την επόμενη μέρα της έναρξης της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, το φθινόπωρο του 2008, αλλά κυρίως μετά την έναρξη της κρίσης στην ευρωζώνη, την άνοιξη του 2010 τράβηξε χειρόφρενο στην περαιτέρω εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Μέχρι τότε η κατάργηση της ομοφωνίας στη λήψη αποφάσεων συνδεόταν με την υιοθέτηση μιας στρατηγικής συνεχούς εμβάθυνσης, ανοιχτής σε ομοσπονδιακή μετεξέλιξη.
Σήμερα ο Σολτς δεν ζητά την κατάργηση του βέτο ως προϋπόθεση για τη συνολική επανεκκίνηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, αλλά ως διασφάλιση της δυνατότητας του Βερολίνου να μην υπόκεινται οι επιλογές του στην κρίση των εταίρων του.
Η Γερμανία ανακαλύπτει ότι εκτός από την αξιοπιστία της ως προνομιακού συμμάχου των ΗΠΑ και ταυτόχρονα ως στρατηγικού ενεργειακού εταίρου της Ρωσίας έχει χάσει και τη φερεγγυότητά της απέναντι στη συντριπτική πλειοψηφία των εταίρων της στην Ε.Ε. – ευρωζώνη.
Ο ιστορικός του μέλλοντος θα σταθεί με αμηχανία μπροστά στην εθνική αναδίπλωση της Γερμανίας, που στάθηκε μοιραία για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αλλά και για την ίδια.
