Θεοί μεν γαρ μελλόντων, άνθρωποι δε γιγνομένων, σοφοί δε προσιόντων αισθάνονται.
Φιλόστρατος, Τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον, VIII, 7
Στην πράξη, ο 21ος αιώνας ξεκίνησε με το βλέμμα στο μέλλον. Αλλά κάποιοι μας έκαναν πλάκα. Οι στόχοι που ετέθησαν από την παγκόσμια κοινότητα ήταν, απλώς, επιθυμητοί. Το 2000, τα Ηνωμένα Έθνη καθόρισαν τους παγκόσμιους Στόχους Ανάπτυξης για τη Χιλιετία (Millennium Development Goals). Θα έπρεπε να επιτευχθούν και να είναι μετρήσιμοι έως το 2015. Οι στόχοι βασίζονταν στο έργο του νομπελίστα Αμάρτια Σεν, ο οποίος είχε ιεραρχήσει μια σειρά από βασικές ανάγκες που θα έπρεπε να ικανοποιούνται για όλους, όπως η μείωση της φτώχειας, της πείνας, η πρόσβαση σε καθαρό νερό και η απασχόληση, ώστε η ανθρωπότητα να μπορεί να εκπληρώνει τις δυνατότητές της. Το 2015, οι στόχοι αυτοί δεν είχαν υλοποιηθεί. Έτσι η παγκόσμια κοινότητα τους μετονόμασε σε Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης (Sustainable Development Goals), με ορίζοντα υλοποίησης το 2030. Βεβαίως, η ακραία φτώχεια και η πείνα δε μειώθηκαν. Η αύξηση της ευαισθησίας δεν μπόρεσε να ανατρέψει ή να σταματήσει τη διολίσθηση στην αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος στις πιο φτωχές χώρες. Το συγκλονιστικό της υπόθεσης είναι ότι η φτώχεια αυξάνεται, σήμερα, στις πλούσιες χώρες.
Από την άλλη, ως προς τον ορισμό της «βιώσιμης ανάπτυξης» ουδέποτε υπήρξε απόλυτη συμφωνία. Ο γνωστότερος αποδεκτός ορισμός ανήκει στην πρώην πρωθυπουργό της Νορβηγίας Γκρο Χάρλεμ Μπρούντλαντ. Σε μία από τις πιο διάσημες εκθέσεις της Παγκόσμιας Επιτροπής για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη με τον γενικό τίτλο «Το κοινό μας μέλλον», που -τιμής ένεκεν- έγινε γνωστή και ως «Έκθεση Brundtland», η βιώσιμη ανάπτυξη ορίστηκε ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (από το 1987) ως «ανάπτυξη που ικανοποιεί τις ανάγκες της παρούσας γενιάς χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τη δυνατότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιούν τις δικές τους ανάγκες».
Εν τω μεταξύ, το 2016 η παγκόσμια κοινότητα -με βαρύνοντα τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης- κύρωσε τη Συμφωνία του Παρισιού. Ήταν η πρώτη οικουμενική, στο περίπου δεσμευτική, συμφωνία για το κλίμα και την κλιματική αλλαγή. Όπως και με τα προηγούμενα σχέδια, η Συμφωνία του Παρισιού ήταν ένα «παγκόσμιο σχέδιο δράσης», που αγκαλιάστηκε από τον ΟΗΕ, για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη και του φαινομένου του θερμοκηπίου. Ειδικότερα, με βάση τη Συμφωνία του Παρισιού, οι χώρες της Ε.Ε. δεσμεύτηκαν για την πρώτη κλιματικά ουδέτερη οικονομία και κοινωνία της Ένωσης έως το 2050 και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο όρισε τον δεσμευτικό στόχο για μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 55% έως το 2030 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990.
Μέχρι τώρα, οι «τρεις πυλώνες» της Ε.Ε. για τη βιώσιμη ανάπτυξη -η οικονομική αποτελεσματικότητα, προστασία του περιβάλλοντος και η κοινωνική δικαιοσύνη- σε συνάφεια με τη Συμφωνία του Παρισιού έχουν οδηγήσει σε αναποτελεσματικότητα, περιβαλλοντικές καταστροφές, κοινωνικές αδικίες και ενεργειακή απελπισία.
Και τι γίνεται με το μέλλον; Το «πώς θα δούμε ευτυχισμένες μέρες» είχε απασχολήσει τον Αισχύλο στο πιο οξυδερκές αντιπολεμικό έργο του («Πέρσες», στ. 789) από το 472 π.Χ. Δεν είναι μόνο θέμα αισιοδοξίας ή τρεχουσών δυσκολιών. Είναι θέμα λογικής. Το 2022, η δυνατότητα «των μελλοντικών γενεών να ικανοποιούν τις δικές τους ανάγκες» είναι συζητήσιμη. Και συνεχιζόμενου του πολέμου, είναι μάλλον στα αζήτητα.
Το είχε πει -με άλλο τρόπο- ο Καβάφης στο ποίημα του 1915 «Σοφοί δε προσιόντων», από όπου και το απόσπασμα του Φιλόστρατου. Τα μελλούμενα μόνον οι θεοί τα γνωρίζουν. Οι άνθρωποι γνωρίζουν αυτά που ζουν. Οι σοφοί αντιλαμβάνονται τη «μυστική βοή… των πλησιαζόντων γεγονότων. Και την προσέχουν ευλαβείς… Η ακοή [των σοφών] κάποτε εν ώραις σοβαρών σπουδών ταράττεται… Ενώ εις την οδόν έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί».
Οι λαοί κατάλαβαν ότι ο 21ος αιώνας έφερε ένα ισχυρό κύμα γεωπολιτικών, οικονομικών και δημοκρατικών κραδασμών. Και το «ουδέν ακούουν οι λαοί» του Καβάφη μεταφράζεται στο «δεν κατάλαβαν από πού τους ήρθε». Οι βασικές τρέχουσες ανατροπές -μία για τη γεωπολιτική, μία για την παγκόσμια οικονομία και μία για τις δυτικές δημοκρατίες- δεν άφησαν σε κανέναν σοφό περιθώριο να σκεφτεί ότι τα προβλήματα δημιουργήθηκαν από συστημικές δυναμικές προσώπων που καλούνται απλώς να διαχειριστούν, αλλά όχι να λύσουν.
Στα δικά μας, λ.χ., ο «κυβερνήτης» και το «άριστο» επιτελείο του δεν έχουν θέμα. Αποτελούν μέρος της μίας και έμμονης ιστορίας του «καπιταλισμού της παρέας» που, εφόσον κερδίζει αβάδιστα τώρα από το πάρτι (με τακτοποιημένα παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα), δεν έχει κανέναν λόγο να το σταματήσει. Για το μέλλον θα μιλάμε τώρα;
