Ας υποθέσουμε πως η παρούσα Βουλή θα εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας και όλα θα πάνε καλά. Ας υποψιαστούμε πως η αντιπολίτευση θα πετύχει προσεχώς την άνοδό της στην εξουσία, οπότε όλα πάλι θα πάνε καλά.
Ας ορκιστούμε πως οι δανειστές θα δεχτούν τις πιέσεις μας, θα λογικευτούν και συνεπώς όλα θα πάνε καλύτερα.
Ας λογαριάσουμε πως οι επενδύσεις θα φυτρώσουν στον ξερότοπο της πατρίδας μας, οπότε τα ζιζάνια της ανεργίας θα υποχωρήσουν ατάκτως και όλα θα είναι οπωσδήποτε καλύτερα.
Ας τρίψουμε τα μάτια μας, βλέποντας εκατομμύρια τουριστών να στριμώχνονται στα ξενοδοχεία του τόπου μας καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, οπότε δεν θα χρειάζεται κάτι καλύτερο, αφού θα ηδονίζονται τρώγοντας μουσακά που μόλις έφτασε φρέσκος (κατεψυγμένος) από την Κίνα, οπότε τα κέρδη των επαγγελματιών του κλάδου θα βελτιωθούν και θα δημιουργήσουν νέες θέσεις απασχόλησης.
Ας ονειρευτούμε πως το κράτος, έχοντας μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα, μειώνει τη φορολογία, αυξάνει τις δαπάνες για την Παιδεία, την Υγεία, τους αναξιοπαθούντες, οπότε μπορούμε να ανασάνουμε. Για πάντα!
Ας υποθέσουμε λοιπόν πως όλα αυτά, αν δεν γίνουν αύριο κιόλας, θα γίνουν σε μερικούς μήνες και πως η χώρα μας, μετά από θυσίες του λαού, θα έχει εισέλθει στη λεωφόρο της προόδου, της κοινωνικής ειρήνης, της πολιτικής συνεννόησης και παλιγγενεσίας. Θα έχει αφήσει πίσω της τα Σόδομα και Γόμορρα του μεταπολιτευτικού πορνικού κόσμου της να καταστρέφονται από την οργή του Θεού της Ελλάδας και δεν θα στρέψει το βλέμμα της πίσω σε εκείνη την αποτρόπαιη εικόνα για να μη μεταβληθεί σε στήλη άλατος, όπως η γυναίκα του Λωτ.
Ας διαδηλώσουμε υπέρ της αναγεννημένης Ελλάδας! Και στον δαίμονα της λογικής, που χαλάει το πανηγύρι μας ρωτώντας «πόσο μακριά είναι η λεωφόρος και πώς θα είναι αυτή η λεωφόρος σε μερικά χρόνια;», τι θα απαντήσουμε, αν δεν επιδείξουμε την περιφρόνησή μας, το επιβεβλημένο επιχείρημα πως «προδότες, ξενοκίνητοι, όργανα συμφερόντων, αρνητές, συνωμότες, ελίτ, κλαρινογαμπροί» υποβάλλουν τέτοιες ερωτήσεις;
Μπορούμε κιόλας να αποδώσουμε τέτοιους χαρακτηρισμούς στους επιστήμονες του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής (στον συντονιστή του Γραφείου, καθηγητή Παναγιώτη Λιαργκόβα και στα μέλη της Επιστημονικής Επιτροπής, καθηγητές Πάνο Καζάκο, Σπύρο Λαπατσιώρη, Ναπολέοντα Μαραβέγια, Μιχάλη Ρηγίνο), οι οποίοι ολοκλήρωσαν την τακτική τριμηνιαία έκθεσή τους για την περίοδο Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 2014 με βάση τις «παραδοχές των μακροοικονομικών εκτιμήσεων και προβλέψεων σύμφωνα με τις αρχές και τις διαδικασίες του νόμου 3871/141Α’/17-8-2010 Δημοσιονομική Διαχείριση και Ευθύνη», η οποία δημοσιεύτηκε στον Τύπο και στάλθηκε στον πρόεδρο της Βουλής και σε προέδρους επιτροπών, αλλά και στα κόμματα.
Σε αυτή την έκθεση, σε γλώσσα απλή, που καταλαβαίνει και ο πλέον αστοιχείωτος, αυτοί οι κύριοι επισημαίνουν πως η «ιδιαιτερότητες μιας οικονομίας όπως η ελληνική, παγιδευμένη σε φαύλους κύκλους», με «τη δημοσιονομική προσαρμογή και τις μεταρρυθμίσεις να πραγματοποιούνται σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον σαν να είναι πάνω σε κινούμενη άμμο», με «σχεδιασμούς και αυτοσχεδιασμούς που δεν έχουν τέλος, τροφοδοτώντας τη γενικότερη αβεβαιότητα, που με τη σειρά της εμποδίζει την ανάπτυξη», με «συμπτωματικό της ρευστής κατάστασης ότι δεν έχει ακόμα διαμορφωθεί ένα εθνικό πρόγραμμα [μια στρατηγική] για την εποχή μετά το τρέχον μνημόνιο», «ένα πρόγραμμα που θα στόχευε στην ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης, ένα πρόγραμμα που είναι δική μας υπόθεση [και όχι των δανειστών]», ναι! αυτοί οι κύριοι καθηγητές, είναι απορίας άξιο πώς διατηρούν τη θέση τους στο Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής και δεν έχουν αντικατασταθεί από άλλους ευχάριστους τύπους που αφθονούν.
Συγχωρούνται μάλλον, επειδή τους διακρίνει μια ποιητική διάθεση, αφού υπογραμμίζουν: «η εντύπωση που έχουμε είναι ενός εργοταξίου όπου το έργο προχωρεί χωρίς αποσαφηνισμένο σχέδιο ή είναι υπό συνεχή διαπραγμάτευση και δεν τελειώνει ποτέ».
Ας συμπληρώσουμε: «τυφλός τυφλόν οδήγα και οι δύο εις λάκκον έπεσον». Δεν υπάρχει ελληνική λεωφόρος δίχως λάκκους. Και οι τυφλοί της πατρίδας μας αγαπούν τους λάκκους.
