«Μαρμελάδα σε μερίδες» έγραφε, ανάμεσα στα άλλα είδη πρώτης ανάγκης, το νιοστό κάλεσμα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες. Στο ράφι του σούπερ μάρκετ, τα άσπρα πλαστικά κουτάκια, ολόιδια εδώ και δεκαετίες, στέκονται στοιχισμένα, «δείχνοντας» στο πάνω μέρος τη γεύση τους: φράουλα και βερίκοκο. Η εικόνα τους οικεία, θυμίζει καλοκαιρινές διακοπές με την Εργατική Εστία, πρωινό σε ξενοδοχείο όχι και πολλών αστέρων, θάλασσα.
Αυτή τη φορά, όμως, το σκηνικό του προορισμού τους είναι ανοίκειο. Ούτε ξενοδοχείο ούτε θάλασσα, πόσο μάλλον διακοπές. Ενα «Γεύμα στη χλόη» που θα έκανε τον Μανέ να ανατριχιάσει. Ενας αυτοσχέδιος καταυλισμός στο πάρκο, ένα παράταιρο κάμπινγκ στη μέση της πόλης, γιατί πολύστεψαν οι σκιαγμένοι άνθρωποι και τα αλαφιασμένα παιδιά και κάπου πρέπει να σταθούν. Ερχονται κατά κύματα, τους «στέλνουν» εδώ ο πόλεμος, ο φόβος, η απόγνωση.
Οι αλληλέγγυοι –μια λέξη που ακούγεται όλο και πιο συχνά, γιατί οι ανάγκες γνωρίζουν πια μόνο πολλαπλασιασμό– αρχίζουν να μαζεύουν πράγματα, ό,τι μπορούν, για να βοηθήσουν αυτό τον κόσμο ν’ αντέξει τον ξεριζωμό, το μακρύ ταξίδι για τη νέα, ευρωπαϊκών προδιαγραφών, Γη της Επαγγελίας.
Οι πρόσφυγες περιμένουν, προσδοκούν, κρατούν τις μνήμες τους από ένα σπίτι, ένα σχολείο, μια πατρίδα, που τους τ’ άρπαξε ο πόλεμος, αφήνοντάς τους μόνο τ’ όνομά τους. Οι ιθύνοντες στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες βάζουν αυτό το όνομα μαζί με άλλα σε μια λίστα θυμάτων, τα χωρίζουν σε μερίδες (όχι μαρμελάδας, ποσόστωση το λένε) που θα τις πάρουν διάφορες χώρες για να φροντίσουν ελάχιστους από αυτούς τους ανθρώπους – με μισή καρδιά, βέβαια, γιατί εκείνο το τέρας της καθαρότητας της φυλής ξανάρχισε να ακονίζει τα δόντια του.
Πεδίον του Αρεως, του θεού του πολέμου δηλαδή. Κάποιος μας τρολάρει…
ΥΓ. Αυτοί (οι ξένοι) βασίζονται στην καλοσύνη τη δική μας (των ξένων, δηλαδή, σε σχέση με αυτούς) για να έχουν κάτι να φάνε και να δώσουν στα παιδιά τους. Εμείς, από την άλλη, βασιζόμαστε στην «καλοσύνη» κάτι άλλων ξένων, για να βγάζουν οι τράπεζές μας εξηντάευρα και για κάτι άλλα «πλεονεκτήματα» που κάθε μέρα αλλάζουν προς το χειρότερο. Καημένη Μπλανς Ντιμπουά, και πού είσαι ακόμα…
