Και η κριτική απαγορεύεται, κατά δήλωση του θορυβούντος συνηγόρου υπεράσπισης στη γνωστή υπόθεση Λιγνάδη, μολονότι η κρατούσα άποψη στην επιστημονική θεωρία και στη νομολογία είναι ότι όχι μόνο επιτρέπεται αλλά επιβάλλεται η κριτική των δικαστικών αποφάσεων, όχι μόνο από τους ειδικούς νομομαθείς, αλλά και από τους Ελληνες πολίτες.
Και η άποψη αυτή που κρατεί δεν είναι αυθαίρετη ούτε «λαϊκίστικη», αλλά ερείδεται στα εξής εδραία στοιχεία:
1) Αρθρο 1 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος: « Ολες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Εθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα».
2) Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται «στο όνομα του Ελληνικού λαού».
3) Κριτήριο ερμηνείας των διατάξεων είναι η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία εκδηλώνεται μέσα από θεσμούς, αλλά και καθημερινά μέσα από την άσκηση των συνταγματικών δικαιωμάτων ομαδικής δράσης, όπως τα δικαιώματα του συνέρχεσθαι, του συναιτερίζεσθαι, της απεργίας, της ελευθερίας της γνώμης και του Τύπου. Κανένας δεν εκφράζει πιστότερα το εθνικό συμφέρον από τον ίδιο τον λαό. Αλλά και αυτοί που ασκούν κριτική στις δικαστικές αποφάσεις κρίνονται και οι απόψεις τους δεν αποτελούν θέσφατα.
Στις μέρες μας κακοποιείται από τους δημοσιολογούντες, προεχόντως, η αλήθεια, στην κατεύθυνση της υπεράσπισης της Δικαιοσύνης, η οποία είναι πάντοτε ευπαθής και βάλλεται κατά το δοκούν κυρίως από ισχυρούς και επώνυμους. Δεν κατανοούν ή προσποιούνται ότι δεν γνωρίζουν ότι και η μικρότερη αδικία είναι τρομερότερη και από την πλέον στυγερή δολοφονία.
Δύο (2) πρόσφατες αποφάσεις της ποινικής Δικαιοσύνης δημιούργησαν κύμα αντιδράσεων που εκφράστηκαν από τους ειδικούς και μη με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Είναι οι αποφάσεις του ΜΟΔ Αθηνών (Λιγνάδης) και του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου (βούλευμα) για τη λεγόμενη «σκευωρία» Νovartis. Ενας προβεβλημένος με προνομιακή πρόσβαση στα ΜΜΕ (ηλεκτρονικά και έντυπα) πολιτικός και συνταγματολόγος με «εμπλοκή» στην έρευνα για την υπόθεση έγραψε μεταξύ των άλλων για το βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου του Α.Π.: «Λογικά ασύντακτο, αντιφατικό και αναιτιολόγητο το βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου για τη Novartis».
Το απόλυτο της άποψής του δημιουργεί συνειρμό με το ποίημα του Αλεξανδρινού «Ουκ έγνως», το οποίο αναφέρεται στον Ιουλιανό, που για να πλήξει και να προσβάλει τους χριστιανούς είπε: «Ανέγνων, έγνων, κατέγνων» και ο ποιητής τού απαντά: «Τέτοιες εξυπνάδες όμως πέρασι δεν έχουνε σ’ εμάς τους Χριστιανούς. “Ανέγνως αλλά ουκ έγνως, ει γαρ έγνως ουκ αν κατέγνως” απαντήσαμεν αμέσως».
Και ο Αριστόβουλος Μάνεσης σε ανύποπτο χρόνο (ΝοΒ 1992, Τ. 40 σελ. 6-7) απαντά στο ίδιο πρόσωπο για τις επιστημονικές του απόψεις. «Το γεγονός ότι υπήρξε μαθητής μου με έκανε να ελπίζω ότι θα μπορούσα να αναμένω εκ μέρους του περισσότερο μέτρο στην προπέτεια και ολιγότερη μετριότητα στα νομικά του».
Θα ήταν χρήσιμη η συμβολή του στην κατεύθυνση του κράτους δικαίου και για τις υποθέσεις του Κορκονέα και του Λιγνάδη. Δεν το έπραξε.
Ωστόσο για την υπόθεση αυτή (Λιγνάδη) τον τελευταίο λόγο έχει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ισίδωρος Ντογιάκος, που με την πρωτοβουλία του, σύμφωνα με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, μπορεί να γράψει ιστορία, όπως «έγραψε» το άρθρο του νυν αντιπροέδρου του ΣτΕ, Μιχ. Πικραμένου, σε συμπολιτευόμενη εφημερίδα (24.7.2022) για την κριτική στις δικαστικές αποφάσεις.
* δικηγόρος
