Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σύγκρουση συμπεριφορών και γλωσσολογικές οριοθετήσεις.

-Ο Αχιλλέας δεν αποδέχεται την κοινή, υπάρχουσα γλώσσα και μιλά με δικό του ιδιότυπο τρόπο.

-Σήμερα νιώθω το θυμό του Αχιλλέα· — όχι καθόλου αντιδικία μαζί μου — κούραση ήταν, μια κούραση προδρομική που εξίσωνε τη νίκη με την ήττα,

τη ζωή με το θάνατο. 

Γιάννης Ρίτσος, Αγαμέμνων ( απόσπ.). 1972, Ποιήματα Στ`, Αθήνα, εκδ. Κέδρος.

Απόδοση. Ιλιάδα, ραψωδία Ι`, 307 – 431.

Ο γρήγορος σαν άνεμος ο Αχιλλεύς ο μέγας, στον Οδυσσέα μίλησε με σιγουριά μεγάλη.

-Ω φίλε πολυμήχανε απ` τη γενιά του Δία , Λαερτιάδη ξακουστέ για τις στρατηγικές σου, σταράτα και ξεκάθαρα εγώ θα σου μιλήσω. Για όσα έγιναν εδώ και τι τροπή θα πάρουν θα απαντήσω φίλε μου κι εσύ θα καταλάβεις. Όλοι θα καταλάβετε ώστε εγώ να λύσω τις όποιες απορίες σας στη συμπεριφορά μου.

Σαν άνθρωπος μισώ πολύ τις σκοτεινές τις πύλες του Άδη του απάνθρωπου που τις ψυχές μαζεύει. Μα κι απ` τον Άδη πιο πολύ μισώ τον αρχηγό μας, τον ψεύτη Αγαμέμνονα, που πάντα άλλα πράττει και άλλα έχει στο μυαλό. Αντίθετα εγώ αυτά, τα θεωρώ απάτη, και όσα έχω στο μυαλό αυτά και εφαρμόζω. Σίγουροι θέλω να `σαστε για τη δική μου γνώμη. Αυτά που σκέπτομαι εγώ ποτέ δεν θα αλλάξω ότι κι αν κάνει ο δόλιος, ο Ατρείδης Αγαμέμνων και όλοι οι άλλοι αρχηγοί που έφτασαν στην Τροία. Πείτε μου τι κατάλαβα και ποιο το όφελος μου που μέρα νύχτα πάλευα για όλους μας στις μάχες;

Ή μπαίνεις μέσα στη φωτιά της λυσσαλέας μάχης ή πίσω κοντοστέκεσαι τη ζήση σου να σώσεις. Ίδια σε λογαριάζουνε κι ίδια τιμή σου δίνουν με τον δειλό, τον άθλιο που πάντα πίσω μένει. Ακόμα και ο θάνατος ίδιος για όλους είναι, ίδιος για τον ατρόμητο, ίδιος για τον προδότη. Βλέπετε φίλοι μου καλοί να έχω κάποιο κέρδος κάποια τιμή να χάρηκα για όσα έχω κάνει που πάντα πρώτος ήμουνα σε όλους τους πολέμους; Σαν το πουλί που δεν κρατά ούτε σπυρί να φάει κι ότι μαζέψει από φαγί στους νεοσσούς του δίνει και μάλιστα στο στόμα τους το ανοικτό το βάζει. Έτσι κι εγώ δεν κράτησα ούτε σπυρί για μένα, πέρασα νύχτες πάμπολλες άγρυπνος, πεινασμένος και από τις μάχες ήμουνα στο αίμα βουτηγμένος.

Δώδεκα πόλεις άλωσα με τα γοργά μου πλοία κι ακόμα πόλεις έντεκα στην εύφορη Τρωάδα κατάκτησα με το στρατό, τους πεζικάριους μου. Όλοι καταλαβαίνεται τι θησαυρούς μεγάλους και λάφυρα αμέτρητα πήρα απ` αυτές τις νίκες που σαν γυρνούσα χάριζα στον αρχηγό Ατρείδη τον μέγα Αγαμέμνονα τον αρχιστράτηγο μας. Αυτός που ήταν ασφαλής εκεί σιμά στα πλοία, τα δώρα όλα έπαιρνε, τα πιο πολλά για κείνον, και λίγα ακόμα μοίραζε στους αξιωματούχους. Όλοι οι άλλοι αρχηγοί κρατήσανε τα δώρα αλλά από μένα ο πονηρός γύρεψε και τα ρέστα και βάλθηκε αδιάντροπα να πάρει την κυρά μου που τόσο εγώ τη λάτρευα και την πολύ αγαπούσα. Τώρα την έχει και αυτήν και με πονά η καρδιά μου που μου κλεψε την κοπελιά που τόσο αγαπούσα. Για πες μου Οδυσσέα μου σοφέ Λαερτιάδη στην Τροία τι μας έφερε απ` τους δικούς μας τόπους; Γιατί οι Ατρείδες έκαναν αυτήν την εκστρατεία; Γιατί όλους μας συνάξανε να έλθουμε εδώ πέρα; Για το χατίρι της τρανής, της όμορφης Ελένης που άρπαξε από το σπίτι της ο Πάρις του Πριάμου. Άραγε Οδυσσέα μου και πες αν κάνω λάθος, μόνο οι Ατρείδες νοιάζονται για τις συντρόφισσες τους ενώ εγώ αδιαφορώ για την καλή κοπέλα που ήρθε αυτός και μ` άρπαξε; Και τώρα τι; Μετάνιωσε; Μα πλέον δεν με πείθει και ούτε πια με ξεγελά με ψεύτικες κουβέντες. Με σένα Οδυσσέα μου και όλους τους ηγέτες να στέρξει ο Αγαμέμνονας τα πλοία να γλυτώσει από τη μαύρη πυρκαγιά και την οργή των Τρώων.

Εγώ δε σας χρειάζομαι, τόσες δουλειές τελειώσαν χωρίς να είμαι εγώ εκεί. Φτιάξατε τείχος ισχυρό με τάφρο γύρω γύρω και βάλατε εμπόδια παλούκια στις πλαγιές του. Βέβαια αυτά δεν σταματούν του Έκτορα τη φόρα που μόνο εγώ τον σταματώ και εμένα λογαριάζει και όσο εγώ μαχόμουνα μ` όλους εσάς αντάμα ο Έκτορας δεν έβγαινε έξω από τα τείχη, της Τροίας της εξακουστής, της πόλης του Πριάμου. Μία φορά που εμπρός μου βρέθηκε, τη γλίτωσε στην τρίχα. Τώρα όλα τελειώσανε, τον Έκτορα δεν θέλω να πολεμήσω άλλο πια. Πρωί πρωί με την αυγή θυσία θα προσφέρω σε όλους τους αθάνατους θεούς, και πρώτα απ` όλους, στον Δία τον ανίκητο το γιο του μέγα Κρόνου. Αφού δοξάσω τους θεούς στα πλοία μας θα μπούμε και βιαστικά θα φύγουμε από τα μέρη ετούτα που μόνο πίκρες και χαμούς μαζί μ` αχαριστία το είναι μου γεμίσανε. Χαράματα θα φύγουμε, μπορείς να αγναντέψεις τα πλοία μας που θα γλιστρούν στου Ελλήσποντου τα μέρη που τα νερά του τρέφουνε αμέτρητα κοπάδια ψαριών μεγάλων και μικρών. Οι ναύτες μου χαρούμενοι με δύναμη μεγάλη τα ξύλινα τους τα κουπιά θα έλκουν και τα πλοία θα τρέχουν με ταχύτητα να φτάσουν στην πατρίδα. Κι αν ο θεός της θάλασσας, ο άρχων των πελάγων, δώσει ανέμους ούριους θα φτάσουμε στην Φθία σε τρία ημερόνυχτα.

Στην Φθία την πατρίδα μου περίσσια έχω πλούτη που τ` άφησα και έφυγα για να `ρθω εδώ στην Τροία. Και από εδώ τα λάφυρα είναι πολύ σπουδαία. Χρυσάφι, σίδερο, χαλκός με ερυθρές ανταύγειες, Κοπέλες πολύ όμορφες που σκλάβωσα εδώ πέρα μαζί μου στην πατρίδα μου εγώ θα έχω πλέον. Βέβαια την πανέμορφη, που τόσο αγαπούσα, την Βρισηίδα την καλή, την πήρε από μένα ο άδικος κι αδίστακτος, ο ψεύτης Αγαμέμνων, άντρας που λόγο δεν κρατά και μπέσα αυτός δεν έχει. Αυτά που ακούσατε εδώ, φίλοι αγγελιοφόροι, όπως τα είπα πείτε τα όταν θα μαζευτείτε όλοι μαζί σε σύνοδο, όπου θα βρείτε λύση, σε όλα τα προβλήματα που σαν βουνά φαντάζουν. Πρέπει όλοι στη σύνοδο να μάθουν για τα έργα του πονηρού Αγαμέμνονα που τόσο μ` έχει βλάψει. Και φίλοι να το ξέρετε, αυτός ο Αγαμέμνων, δεν θα διστάσει μια στιγμή και σας να αδικήσει. Σ` εμένα ο αναίσχυντος, κι ας είναι αρχηγός μας, τα μάτια του, ποτέ του πια, πάνω μου δεν θα ρίξει. Συνεργασία πια καμιά, ούτε και συνελεύσεις, δεν θα τολμήσει πια αυτός ποτέ να μου ζητήσει. Τον έμαθα τον δόλιο και πια να μ` αδικήσει δε θα του δώσω τη χαρά ποτέ του να με βλάψει. Εγώ μαζί του ποτέ πια, και ας πορευτεί μονάχος, στο δρόμο που εχάραξε και στο χαμό τον πάει αφού του πήρε τα μυαλά ο Δίας ο Κρονίδης. Τα δώρα που μου έταξε, όπως εσείς μου λέτε, δεν μ` ενδιαφέρουν, τ` αψηφώ, δεν τα υπολογίζω.

Είναι κι εκείνα ψεύτικα και ελιγμός δικός του ώστε ακόμα μια φορά εμένα να γελάσει. Δέκα και είκοσι φορές κι ακόμη άλλα τόσα, γυναίκες και μαλάματα, χρυσάφι κι άλλα δώρα και πάλι όχι θα του πω, τελείωσα εγώ μαζί του. Τα πλούτη του Ορχομενού και της Αιγύπτιας Θήβας που σαν εκείνες θησαυρούς άλλη δεν έχει χώρα που πύλες έχουν εκατό και από την κάθε πύλη άνδρες περνούν διακόσιοι με άρματα κι αμάξια που σέρνουν ίπποι δυνατοί. Όλα αυτά συντρόφοι μου εδώ μπροστά να φέρει, ο Αγαμέμνων ο λογάς, πάλι θα διαφωνήσω με όσα εκείνος θα μου πει πάλι να με γελάσει. Πείτε του φίλοι μου καλοί, και όλοι να τ` ακούσουν, ότι δεν θα συνεργαστώ μαζί του πια ποτέ μου, ακόμα κι αν μου τάξει αυτός τόσα αγαθά και δώρα όσα της γης τα χώματα και τσ` αμμουδιάς οι κόκκοι. Ο Αγαμέμνων δεν μπορεί τη γνώμη μου ν` αλλάξει και της καρδιάς μου τον καημό αυτός να μαλακώσει πριν ξεπληρώσει ακέραια την όλη απανθρωπιά του και τη βαρύτατη ντροπή που ένιωσα από κείνον. Ούτε κάποια από τις κόρες του θα πάρω σύντροφο μου ακόμα κι αν το κάλλος τους παράβγαινε μ` εκείνο της Αφροδίτης της χρυσής. Κι αν είναι άξιες πολύ σαν την θεά Παλλάδα, που τις δουλειές των γυναικών γνωρίζει και ορίζει. Ας βρει σπουδαίους Αχαιούς τις κόρες να παντρέψει κι εγώ, αν μ` αξιώσουνε οι σεβαστοί θεοί μας, στην Φθία σαν γυρίσουμε, εκεί θα βρω γυναίκα που θα διαλέξει ο σοφός πατέρας μου Πηλέας. Ελληνοπούλες βρίσκονται στη Φθία, στην Ελλάδα, πριγκίπισσες κόρες τρανών άξιων βασιλιάδων. Μια απ` αυτές τις κοπελιές ταίρι εγώ θα πάρω, κάτι που θέλει η καρδιά και με μου ζητά επιμόνως. Μ` αυτήν την κόρη θα χαρώ τον έγγαμο μου βίο με τα προικιά που ο γέροντας Πηλέας θα μου δώσει. Της Τροίας της πολύκοσμης τα πλούτη τα μεγάλα τίποτα δεν αξίζουνε μπρος στο δικό μου βίο. Ακόμα και τους θησαυρούς που στο ναό υπάρχουν του γιου του Δία Απόλλωνα του πρώτου τοξοβόλου, στα βράχια που λατρεύεται ο χθόνιος ο Πύθων. Πρόβατα, βόδια, άλογα με τις χρυσές τις χαίτες όλα αυτά ο άνθρωπος μπορεί να τ` αποχτήσει αλλά ποτέ δεν αποκτά μία ψυχή που βγήκε από το στόμα κι έφυγε. Γιατί η ψυχή δε γίνεται λάφυρο ούτε κτήμα, κι όταν αφήσει το κορμί κανείς δεν την ορίζει. Το έμαθα απ` τη μάνα μου τη ασημένια Θέτη πως στράτες δυό υπάρχουνε για τη δική μου ζήση. Η μία στράτα μ` έφερε στην πόλη του Πριάμου να μείνω εδώ να πολεμώ μέχρι να με σκοτώσουν κι η δόξα μου αθάνατη θα μείνει στους αιώνες. Η άλλη ντρέτα μ` οδηγεί πίσω να επιστρέψω στη Φθία την ανίκητη του βασιλιά Πηλέα όπου θα ζήσω ήσυχα μέχρι να σωγεράσω όμως δε θα με ξέρει πια κανείς μετά το θάνατο μου, χωρίς τις δόξες και τιμές το βίο θα περάσω.

Εσείς καλοί συντρόφοι μου το λόγο μου ακούστε: Γυρίστε στις πατρίδες σας και στις δικές σας πόλεις γιατί ο Δίας ο τρανός ο μέγας παντεπόπτης την Τροία αποφάσισε ποτέ μα μην αφήσει εσείς να την αλώσετε. Άπλωσε ο άρχων των θεών στην πόλη του Πριάμου το χέρι του το θεϊκό σαν δίκτυ προστασίας. Πηγαίνετε στους άρχοντες των Αχαιών και πείτε αυτά που σας μαντάτεψα κι εκείνοι χρέος έχουνε να κάτσουν να σκεφτούνε κι απόφαση να πάρουνε να φύγουν να σωθούνε να σώσουν και τα πλοία τους απ` της φωτιάς το μένος. Όσο για μένα, ποτέ πια τη γνώμη δεν θ` αλλάξω να πολεμήσω στο πλευρό του πονηρού Ατρείδη. Φοίνικα φίλε μου καλέ κοιμήσου εδώ μαζί μας πρωί πρωί να φύγουμε με τα γοργά μας πλοία. Αυτά τους είπε ο Αχιλλεύς και άφωνοι ακούγαν τα δυνατά, τ` απόλυτα και τα κοφτά του λόγια.

Σημειώσεις και σχόλια.

Paul Feyerabend, ( Πωλ Φεγεράμπεντ), 1924- 1994). Η παθιασμένη εικασία του Αχιλλέα. Το κείμενο αυτό του Πωλ Φεγεράμπεντ περιλαμβάνεται στη μεταθανάτια έκδοση κειμένων του με τίτλο: Conquest of Abundance. A Tale of Abstraction versus the Richness of Being, 1999. Εκδόσεις «παράγκλιση»

Απόσπασμα από σημείωμα στην τελευταία σελίδα: Η παρούσα έκδοση, με τα κείμενα του Πωλ Φεγεράμπεντ ετοιμάστηκε από τον Παναγιώτη Καλαμαρά και κυκλοφόρησε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων στη μητρόπολη Αθήνα του μήνα Βεντόζ του σωτήριου έτους 2022.

-Από τον Όμηρο μέχρι τη σύγχρονη αστροφυσική ο Paul Feyerabend απολαμβάνει τη γενναιοδωρία της φύσης και των πολιτιστικών αγαθών που μας έχουν χαριστεί. Και μπορούμε να έχουμε μόνο ένα μικρό μέρος αυτού του πλούτου, όσο μας επιτρέπουν το μυαλό και οι αισθήσεις μας .Ο Feyerabend αποκαλύπτει την «κατάκτηση της αφθονίας» ως αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας και του χαρακτήρα του δυτικού πολιτισμού.  Το “Against Method” του Feyerabend – μεταφρασμένο σε 17 γλώσσες – είναι ένα κλασικό της σύγχρονης φιλοσοφίας της επιστήμης.

Αποσπάσματα από το κείμενο του Paul Feyerabend για τον Λόγο του Αχιλλέα:

Στο ένατο βιβλίο της Ιλιάδας, ( εννοεί την ραψωδία Ι`), ο Αίας, Ο Οδυσσέας και ο Φοίνικας, σε ρόλο αγγελιοφόρων, ζητούν από τον Αχιλλέα να επιστρέψει στο πλευρό των Αχαιών και να τους βοηθήσει στον αγώνα ενάντια στην Τροία. Ο Αχιλλέας προσβεβλημένος από τον Αγαμέμνονα, είχε αποσυρθεί από τον πόλεμο και η κατάσταση των Ελλήνων είχε επιδεινωθεί. Έτσι, ο Αγαμέμνων, του πρόσφερε όχι μόνο υπέροχα δώρα αλλά μέχρι και το χέρι της κόρης του. ( Ο Αγαμέμνων δίνει το δικαίωμα στον Αχιλλέα να επιλέξει μία από τις τρεις κόρες του: Λαοδίκη, Ιφιάνασσα και Χρυσόθεμη. Ιλιάς Ι`, 287.). Στα μάτια των τριών πρεσβευτών ( Οδυσσέα, Αίαντα, Φοίνικα) η αποζημίωση φάνηκε κάτι παραπάνω από δίκαιη, και έτσι έσπευσαν στον Αχιλλέα προκειμένου να τον πείσουν να πάρει πίσω την απόφαση του. Ο Αχιλλέας όμως, συνέχιζε να είναι θυμωμένος και αν και μιλούσε συγκεχυμένα, στην ουσία τους είπε όχι. Με έναν μακρύ λόγο προσπάθησε να εξηγήσει τους λόγους της στάσης του. Είπε « Ίδια μοίρα επιφυλάσσεται τόσο στον αμελή τόσο και στον θαρραλέο πολεμιστή. Ίδια τιμή αποδίδεται τόσο στον δειλό όσο και στον γενναίο.». Το να πεθάνεις για την τιμή δεν έχει πλέον κανένα νόημα. Οι αγγελιοφόροι έμειναν « άλαλοι, απογοητευμένοι από τα λόγια του, καθώς τους αντιτάχθηκε με μεγάλη ισχυρογνωμοσύνη» και βάλθηκαν αμέσως να το συζητήσουν.. Ο Αχιλλέας δεν έκανε ούτε βήμα πίσω.. μίλησε μ` έναν τρόπο που τους εξέπληξε. Απέδωσαν τη στάση του Αχιλλέα στον θυμό και στην υπερηφάνεια του. Ο Διομήδης πρότεινε ν` αφήσουν ήσυχο τον Αχιλλέα και να συνεχίσουν τον πόλεμο χωρίς αυτόν… Ο Adam Parry, έγραψε ότι ο Αχιλλέας δεν αποδέχεται την κοινή γλώσσα: «Δεν διαθέτει μια γλώσσα ικανή να εκφράσει την απογοήτευση του. Ωστόσο τελικά την εκφράζει και μάλιστα μ` έναν τρόπο που ξαφνιάζει, καθώς το κάνει μέσω της ακατάλληλης χρήσης της διαθέσιμης γλώσσας. ( The language of Achilles, Transactions and Proceedings of the American Philosophical Association, 87, 1956, p. 6-7.).

Απόσπασμα από το αρχαίο κείμενο: Ιλιάς, . Ι`, 312 – 322.

ἐχθρὸς γάρ μοι κεῖνος ὁμῶς Ἀΐδαο πύλῃσιν

ὅς χ’ ἕτερον μὲν κεύθῃ ἐνὶ φρεσίν, ἄλλο δὲ εἴπῃ.

αὐτὰρ ἐγὼν ἐρέω ὥς μοι δοκεῖ εἶναι ἄριστα·

οὔτ’ ἔμεγ’ Ἀτρεΐδην Ἀγαμέμνονα πεισέμεν οἴω

οὔτ’ ἄλλους Δαναούς, ἐπεὶ οὐκ ἄρα τις χάρις ἦεν

μάρνασθαι δηΐοισιν ἐπ’ ἀνδράσι νωλεμὲς αἰεί.

ἴση μοῖρα μένοντι καὶ εἰ μάλα τις πολεμίζοι·

ἐν δὲ ἰῇ τιμῇ ἠμὲν κακὸς ἠδὲ καὶ ἐσθλός·

κάτθαν’ ὁμῶς ὅ τ’ ἀεργὸς ἀνὴρ ὅ τε πολλὰ ἐοργώς.

οὐδέ τί μοι περίκειται, ἐπεὶ πάθον ἄλγεα θυμῷ

αἰεὶ ἐμὴν ψυχὴν παραβαλλόμενος πολεμίζειν

Μετάφραση Καζαντζάκη- Κακριδή:

Τι οχτρεύομαι σαν και τις πύλες του Άδη

εκείνον που άλλα κρύβει μέσα του κι άλλα απ’ το στόμα βγάζει (1) Λοιπόν ακούστε, τι μου εικάζεται το πιο σωστό πως είναι(2):

Εμένα λέω μήτε ο Αγαμέμνονας τη γνώμη θα γυρίσει,

μήτε κι Αργίτης άλλος· τι άπαφτα μέρα και νύχτα ως τώρα

που τους οχτρούς χτυπώντας πάλευα, σαν τι ήταν τ’ όφελός μου; (3)

Για πολεμάς για πίσω εστάθηκες, ίδια μερίδα παίρνεις·

όμοια τιμή χαιρόμαστε όλοι μας, κιοτήδες κι αντρειωμένοι·

Ιπολυκαμάτης κι ανεπρόκοπος, κι οι δυο πεθαίνουμε ίδια.

Ποιο κέρδος έχω, τόσα βάσανα που ‘χω τραβήξει ως τώρα,

στις μάχες τη ζωή μου παίζοντας χωρίς να ξαποστάζω; (4).

LIDDELL & SCOTT

Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

*Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης