Εδώ και μήνες, ο κοινωνικός βιόκοσμος στην Ελλάδα, δηλαδή η καθημερινή ατομική και κοινωνική ζωή όλων μας, έχει βυθιστεί σε μια κατάσταση απελπισίας. Η τιμολογιακή πολιτική για την κατανάλωση της ενέργειας στην κοινωνία μας υπαγορεύεται από το ενεργειακό χρηματιστήριο, το οποίο ως θεσμική οντότητα δεν μπορεί να ελεγχθεί από καμία αντίστοιχη θεσμική αρχή διαχείρισης του δημόσιου αγαθού που ονομάζεται ηλεκτρική ενέργεια.
Επειδή όμως δεν προτίθεμαι, σ’ αυτή τη σύντομη θεωρητικο-πολιτική παρέμβασή μου, να διατυπώσω αποφθεγματικές και δογματικές απόψεις για το ζήτημα της ενεργειακής πολιτικής στην Ελλάδα, αλλά να ακολουθήσω την επιστημονικώς ενδεδειγμένη μεθοδολογία της μετάβασης από την εμπειρία στη θεωρία και τη φιλοσοφία, προτείνω να θέσουμε τα σχετικά ζητήματα με τη σειρά. Το πρώτο εμπειρικό, αλλά ταυτόχρονα και πολιτικό, δεδομένο είναι το εξής: στη μεταπολεμική Ελλάδα ιδρύθηκε η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (η γνωστή μας ΔΕΗ), η οποία ως κρατικός θεσμός εξασφάλισε για όλους τους πολίτες και τους καταναλωτές την ηλεκτρική ενέργεια ως δημόσιο αγαθό. Αλλά, ταυτόχρονα, η ΔΕΗ παίζει εκείνη την εποχή πρωταγωνιστικό ρόλο στη βιομηχανική ανάπτυξη της Ελλάδας.
Το δεύτερο εμπειρικό, αλλά ταυτόχρονα και πολιτικό, δεδομένο είναι: όλα όσα προέκυψαν ως δεσμεύσεις του ελληνικού κράτους απέναντι στις τεχνοκρατικές Βρυξέλλες από τότε που η Ελλάδα εντάχθηκε στην ΕΟΚ και μετέπειτα στην Ευρωπαϊκή Ενωση και εδώ και είκοσι χρόνια στην ευρωζώνη και όλα όσα προέκυψαν από την τότε πολιτική απόφαση και πράξη της Ελλάδας, σχετικά με το ζήτημα της ενεργειακής πολιτικής, συνοψίζονται στο εξής: οι Βρυξέλλες αποφασίζουν και η Αθήνα εκτελεί.
Προσπάθησα να συνοψίσω τα εμπειρικο-πολιτικά δεδομένα που αναφέρονται στην άσκηση της ενεργειακής πολιτικής στην Ελλάδα σε δύο φάσεις: στην πρώτη, τη μεταπολεμική, κατά την οποία η ενέργεια είναι αδιαπραγμάτευτο δημόσιο αγαθό, και στη δεύτερη φάση κατά την οποία η Αθήνα δεσμεύεται από τις Βρυξέλλες στο επίπεδο της κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής.
Η Ελλάδα εκχωρεί με την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ενωση το δημόσιο αγαθό της ενέργειας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα των Βρυξελλών. Ωστόσο οι Βρυξέλλες δεν έχουν εκπονήσει προγράμματα πολιτικών που αναφέρονται στο κοινωνικό κράτος, στην αγορά εργασίας, στη φορολογία και σε πολλούς άλλους τομείς της κοινωνικής ζωής μας. Στην περίπτωση που εξετάζουμε, της ενεργειακής πολιτικής, αντί να σχεδιαστεί μια κοινή ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική, όπως π.χ. έγινε με τη νομισματική πολιτική (εισαγωγή του κοινού νομίσματος), οι τεχνοκρατικές Βρυξέλλες εδώ και είκοσι χρόνια εκδίδουν εγκυκλίους εφαρμογής των τεχνοκρατικών κανόνων που οι ίδιες (οι Βρυξέλλες) ελέγχουν και τα εθνικά κράτη εφαρμόζουν.
Τελικά το γεγονός (factum) της κατάρρευσης της ενεργειακής πολιτικής στην Ελλάδα δεν μπορεί να ερμηνευτεί με όρους αιτιοκρατίας. Δεν έχουν κάνει λάθη οι Βρυξέλλες, οι οποίες ακόμη και σήμερα δεν μπορούν να αποφασίσουν. Αλλά δεν έχουν κάνει λάθη ούτε τα εθνικά κράτη της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η Ελλάδα επί του προκειμένου ανέθεσε την ιδιαίτερη πολιτική ικανότητά της να αναδημιουργηθεί κατά τη μεταπολεμική φάση σε αναπτυξιακή οντότητα της εποχής της σε άλλους θεσμικούς φορείς. Επί του προκειμένου, στις τεχνοκρατικές Βρυξέλλες. Γιατί έγινε αυτό;
Σήμερα στον κοινωνικό βιόκοσμό μας, στην καθημερινή ζωή μας, ζούμε το απόλυτο πολιτικό καθεστώς της απαξίωσης του πολίτη και των δημοκρατικών θεσμών. Τα περιώνυμα νοικοκυριά των ειδησεογραφικών καταγραφών ζουν την ίδια ιστορική εμπειρία παρελθόντων ετών του κοινωνικού κενού. Κοντολογίς το τεχνοκρατικό σχέδιο των Βρυξελλών για την ενεργειακή πολιτική κατέληξε σ’ ένα «φιάσκο» και τελικά όλοι μας ζούμε στο απόλυτο κενό της ύπαρξής μας.
* καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
